Home  |  Νεος Δημοκράτης   |  Η έννοια της «αντί-ηγεμονίας» στον Γκράμσι και η εμπειρία του ΑΚΕΛ

Η έννοια της «αντί-ηγεμονίας» στον Γκράμσι και η εμπειρία του ΑΚΕΛ

του Χριστόφορου Πιτταρά,

Πτυχιούχος Κοινωνικής Πολιτικής, Μέλος Κ.Σ. ΕΔΟΝ

Υπεύθυνος Συντακτικής Επιτροπής Εφημερίδας “Νεολαία”

Βιογραφικά στοιχεία και δράση

Ο Αντόνιο Γκράμσι γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1891 στη Σαρδηνία σε 9-μελή οικογένεια. Κατάφερε να σπουδάσει λόγω υποτροφίας, που κέρδισε στο πανεπιστήμιο του Τορίνο, σημαντικό βιομηχανικό κέντρο της Ιταλίας με ανεπτυγμένο εργατικό κίνημα. Στα φοιτητικά του χρόνια έρχεται σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Το 1913 εντάσσεται στο Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΙΣΚ), όπου και σε μικρό διάστημα αναδείχτηκε σε καθοδηγητικό του στέλεχος. Το 1915 αρχίζει συνεργασία με την σοσιαλιστική εφημερίδα του Τορίνο «Il grido del popolo» (Η Κραυγή του Λαού)  και σε λίγο διάστημα μπαίνει στη συντακτική επιτροπή του κεντρικού οργάνου του ΙΣΚ «Avanti».

Την περίοδο αυτή το ΙΣΚ ήταν διασπασμένο κατά κύριο λόγο σε τρείς πτέρυγες. Αφενός  την πτέρυγα που στήριζε την μεταρρυθμιστική (και μόνο) πορεία προς τον σοσιαλισμό, μέσα από την κοινοβουλευτική δράση και σε συνεργασία με τα αστικά κόμματα. Αφετέρου τους μαξιμαλιστές (ή Κεντριστές) όπου είχαν «μία φαταλιστική και μηχανιστική ερμηνεία της διδασκαλίας του Μαρξ»[1], όπου επαναλάμβαναν την πίστη τους στην επανάσταση και τον σοσιαλισμό, όταν οι συσχετισμοί το επιτρέψουν εκ των πραγμάτων, μέχρι τότε οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να ψηφίζουν απλά το Κόμμα, επομένως χωρίς τακτικές για την πορεία προς τον σοσιαλισμό. Υπήρχε και η τρίτη πτέρυγα, που την αποτελούσαν οι συνεπείς μαρξιστές, που προσπαθούσαν να κρατήσουν, ή μάλλον να τραβήξουν, το κόμμα σε μια συνεπή επαναστατική πορεία, στην οποία ανήκε και ο Γκράμσι.

Στο ξέσπασμα του Α Παγκόσμιου Πολέμου (ΑΠΠ) και παρ’ όλες τις πιο πάνω αντιθέσεις, το ΙΣΚ κράτησε αντιπολεμική θέση, ενώ η συνεπής επαναστατική πτέρυγα του κινητοποίησε τους εργαζόμενους σε αντιμιλιταριστική δράση, που εξελισσόταν μέχρι και ένοπλες εξεγέρσεις και μάχες οδοφραγμάτων. Ακόμα και η ρεφορμιστική πτέρυγα μέσα στο Κόμμα συμβιβάστηκε με την αντιπολεμική γραμμή τουλάχιστον μέχρι το 1917. Εκείνη την χρονιά τοποθετήθηκαν δημόσια με σοσιαλσοβινιστικές θέσεις, όπως εκφραζόταν τότε από την Β΄ Σοσιαλιστική Διεθνή. Αντιδρώντας οι συνεπείς μαρξιστές στο Τορίνο με επικεφαλής τον Γκράμσι εκδιώξαν την ρεφορμιστική ηγεσία και συνέχισαν τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων με συνθήματα ενάντια της πείνας και υπέρ της ειρήνης. Οι κινητοποιήσεις αυτές τελικά κατέληξαν σε εξεγέρσεις που αποτέλεσαν τον προάγγελο της κόκκινης διετίας, που θα ακολουθούσε λίγο αργότερα.

Όπως ήταν αναμενόμενο η φλόγα της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης θέρμανε και την Ιταλία, το κόμμα των εργατών, που τότε ήταν το ΙΣΚ και ιδιαίτερα την συνεπή μαρξιστική πτέρυγα του.  Μέχρι το 1919 η συνεπής μερίδα του κόμματος που κυριαρχούσε, χαιρέτισε την επανάσταση των Μπολσεβίκων και άσκησε πιέσεις για προσχώρηση του ΙΣΚ στην νεοσύστατη Κομμουνιστική Διεθνή.

 

 

Μεγάλη επίδραση στην σκέψη του διανοητή Γκράμσι είχε η «κόκκινη διετία». Το 1919-1920 η Ιταλία βίωνε μια επαναστατική άνοδο. Εργάτες κατέβαιναν σε διαδηλώσεις, προχωρούσαν σε απεργίες μέχρι και σε καταλήψεις εργοστασίων. Η εξέγερση εξαπλώθηκε, αγκάλιασε την ύπαιθρο τόσο της βόρειας, όσο και της κεντρικής Ιταλίας. Το Τορίνο ήταν ένα από τα κέντρα των επαναστατικών αυτών διεργασιών, που μάλιστα συνέλαβαν στην εμφάνιση νέων μορφών οργάνωσης των εργαζομένων – οι εργοστασιακές επιτροπές ως μετεξέλιξη των απεργιακών επιτροπών, που υπήρχαν στα προηγούμενα χρόνια.

Ο Γκράμσι και η πτέρυγα των συνεπών μαρξιστών είχαν  εντοπίσει στις εργοστασιακές επιτροπές την διέξοδο από το τέλμα, που οδηγούσε η στρατηγική του ΙΣΚ. Υποστήριζαν ότι ακριβώς τα εργοστασιακά συμβούλια θα πρέπει να εδραιωθούν και να αγκαλιάσουν όλους τους εργάτες, παίζοντας από την μια ρόλο οργάνων βάσης, που θα καθοδηγούσαν τις εργατικές μάχες και από την άλλη μορφή οργάνωσης της νέας κοινωνίας, περίπου όπως λειτουργούσαν τα Σοβιέτ της επαναστατημένης Ρωσίας.

Το 1920, αποκορύφωμα της επαναστατικής αυτής διετίας, οξύνεται η σύγκρουση όταν οι εργοδότες αρνήθηκαν την υπογραφή συλλογικής σύμβασης με το εργατικό συνδικάτο στην μεταλλουργία. Ξεσπά απεργία στο Μιλάνο που εξαπλώθηκε σε όλη την Ιταλία. Δύο εκατομμύρια εργάτες προχωρούν σε καταλήψεις εργοστασίων και πολλά από αυτά τα επαναλειτουργούν, εφαρμόζοντας τον εργατικό έλεγχο. Την ίδια ώρα η εργατική τάξη οργανώνει την αυτοάμυνα της μέσα από την συγκρότηση «κόκκινων φρουρών».

Είναι μέσα σε αυτές τις οξυμμένες συνθήκες, που η ιταλική αστική τάξη νιώθει πλέον κοντά το κίνδυνο για την ανατροπή της και στρέφεται στον Μουσολίνι, ο οποίος από τον Μάρτιο του 1919 ίδρυσε φασιστικές ομάδες κρούσης, χρησιμοποιώντας τις ενάντια στο εργατικό κίνημα.

 

Αντόνιο Γκράμσι (1891 – 1937)

Στο Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα τόσο οι ρεφορμιστές, όσο και οι Κεντριστές δείχνουν απρόθυμοι να καθοδηγήσουν το εργατικό κίνημα προς την όξυνση της πάλης και μετεξέλιξη των προεπαναστατικών συνθηκών σε πραγματικές επαναστατικές διαδικασίες ανατροπής. Αναγνωρίζοντας το τέλμα, που ήδη εισερχόταν το ΙΣΚ, ο Αντόνιο Γκράμσι με άλλους συντρόφους του[2] από το 1919 δημιουργούν την ομάδα Ordine Nuovo (Νέα Τάξη) και κυκλοφορούν και την ομότιτλη εφημερίδα. Στο συνέδριο του ΙΣΚ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η ομάδα Ordine Nuovo κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να επιβάλει τις θέσεις της στο Πρόγραμμα του κόμματος.

Ένα μήνα μετά το συνέδριο στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στην χώρα το Σοσιαλιστικό Κόμμα τριπλασίασε τους ψηφοφόρους του σε σχέση με τα αποτελέσματα των εκλογών του 1913. Αυτήν όμως την εκλογική άνοδο εκμεταλλεύτηκαν κατά κύριο λόγο η ρεφορμιστική πτέρυγα και εν μέρει οι Κεντριστές, ανατρέποντας τους συσχετισμούς εντός του κόμματος με αποτέλεσμα οι θέσεις, που εισηγήθηκε η ομάδα Ordine Nuovo και έγιναν αποδεκτές στο πρόγραμμα του Κόμματος, να μείνουν αδρανείς. Με αυτόν τον τρόπο το ΙΣΚ διασπασμένο και χωρίς κεντρική ουσιαστική στρατηγική οδηγεί το εργατικό κίνημα αντί στον δρόμο της επανάστασης στον συμβιβασμό.

Η τελευταία πράξη των συνεπών μαρξιστών για την διάσωση του κόμματος έγινε στο 17ο συνέδριο, όπου απαίτησαν τον αποκλεισμό από την ηγεσία των ρεφορμιστών, ζητώντας ταυτόχρονα από τους Κεντριστές να στηρίξουν την πρόταση αυτή, οι οποίοι όμως αρνήθηκαν με το πρόσχημα να μην διασαλευτεί η ενότητα του Κόμματος. Αυτή η στάση σηματοδότησε την αποχώρηση από το ΙΣΚ της επαναστατικής πτέρυγας, μαζί της και ο Γκράμσι, θέτοντας τα θεμέλια ίδρυσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας – ΚΚΙ.

Στις αναζητήσεις και στην προσπάθεια τους οι συνεπείς μαρξιστές να ξεπεράσουν τα αδιέξοδα που οδηγούσε η πολιτική του ΙΣΚ αξιοποίησαν στο έπακρο τα μαθήματα της Οκτωβριανής Επαναστάσεις, αλλά και τις προσεγγίσεις του Λένιν, συνδυάζοντας τα πάντα με διαλεκτικό τρόπο με τα συμπεράσματα της ιταλικής κόκκινης διετίας. Έτσι προέκυψε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας – ΚΚΙ ως ένα συνεπές επαναστατικό κόμμα. Μέσα από την σε μεγάλο βαθμό άμεση εμπλοκή του ίδιου του Γκράμσι, αξιοποιώντας και τις εμπειρίες που απόκτησε από την συμμετοχή του στην Κομμουνιστική Διεθνή (αντιπρόσωπος στο 4ο Συνέριο της και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της μέχρι το 1924) το Κομμουνιστικό Κόμμα αναπτύσσει μια πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη δράση.

Τον Οκτώβριο του 1922 η ιταλική αστική τάξη ορίζει ως πολιτικό εκφραστή της τον Μουσολίνι και το Φασιστικό Κόμμα. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια οι φασίστες εδραιώνουν την εξουσία τους.

Στις γενικές εκλογές του 1924 ο Γκράμσι εκλέγεται βουλευτής, επιστρέφει στην Ιταλία όπου και αναλαμβάνει το πόστο του Γενικού Γραμματέα της Κ.Ε. του ΚΚΙ. Ο Γκράμσι θέτει σε προτεραιότητα τις διανοητικές του αναλύσεις για τον ρόλο που το ΚΚΙ θα πρέπει να έχει, αλλά και τον τρόπο, που θα οργανώσει την πάλη του ενάντια στον φασισμό. Την ίδια ώρα έντονα τον απασχολεί ο τρόπος, με τον οποίο το φασιστικό ιδεολόγημα και κατ’ επέκταση η αστική ιδεολογία εδραιώνεται μέσα στις μάζες των εργατών και των άλλων εκμεταλλευομένων. Προσπαθεί να κατανοήσει με ποιόν τρόπο το ΚΚΙ θα μπορέσει να ξεπεράσει την κατάσταση αυτή και να καθοδηγήσει την εργατική τάξη και τους συμμάχους της προς την κατάληψη της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.

Το 1926, όντας βουλευτής και επικεφαλής του ΚΚΙ συλλαμβάνεται και με συνοπτικές διαδικασίες οδηγείται στην φυλακή. Η υγεία του κλονίζεται ακόμα περισσότερο. Μεταξύ άλλων ταλαιπωρείτο από φυματίωση και την νόσο του χοτζ. Κρατείται σε αυστηρή απομόνωση με ελάχιστες επαφές με τον έξω κόσμο. Ο Γκράμσι ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες συνέχισε να γράφει και να αναζητά απαντήσεις, πρωτίστως για το κομμουνιστικό κίνημα και την υπόθεση της εργατικής τάξης. Με τα περιορισμένα μέσα που διάθετε, κυρίως έλλειψης βιβλιογραφίας, αλλά και με μηδαμινό περιθώριο έκφρασης λόγου κατά της φυλακής και του φασιστικού καθεστώτος, προκύπτουν τα «Τετράδια της φυλακής», τα οποία συνολικά ήταν 33 τον αριθμό  με σημειώσεις και με μια ιδιαίτερη γλώσσα γραφής.

Οι άθλιες συνθήκες κράτησης και η επιδείνωση της υγείας του τον εμποδίζουν να συνεχίσει το γράψιμο μετά το 1935. Πεθαίνει τον Απρίλιο του 1937, ουσιαστικά αμέσως μετά την αποφυλάκιση του από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι.

Θεωρητικό πλαίσιο

Στην ανάπτυξη της σκέψης του Αντόνιο Γκράμσι αναμφίβολα έπαιξαν μεγάλο ρόλο η διαλεκτική σύνδεση τόσο των πέραν της Ιταλίας συνθήκων,  όσο και οι ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας του, οι οποίες ολοκλήρωσαν και έδωσαν τα ιδιαίτερα στοιχεία σις θεωρητικές του αναζητήσεις. Σημαντική αντανάκλαση στο έργο του σε διεθνές επίπεδο είχε η επαφή και η δράση του μέσα στην Κομμουνιστική Διεθνή,  η Οκτωβριανή Επανάσταση και η προσέγγιση του Λένιν, καθώς επίσης και ο Α΄  Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ο Γκράμσι προσπαθεί να δώσει λύσεις στα διάφορα προβλήματα, που αντιμετώπιζε το κομμουνιστικό κίνημα στη Δυτική Ευρώπη με κυρίαρχο μοτίβο αυτό της αδυναμίας να τεθεί επικεφαλής και να καθοδηγήσει την προλεταριακή, κατά κύριο λόγο, αλλά και αγροτική πάλη τόσο ενάντια στον φασισμό, όσο και ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα γενικότερα. Μελετά και  φέρνει ή επαναφέρει στο προσκήνιο τις έννοιες της «ηγεμονίας», της «παθητικής επανάστασης», της «φιλοσοφίας της πράξης» και μια σειρά άλλες. Επίσης προσπαθεί να διατυπώσει μια επαναστατική στρατηγική, που να στηρίζεται πάνω στον «πόλεμο θέσεων» και στην δημιουργία ταυτόχρονα μιας «αντί-ηγεμονίας»[3].

Η ίδια η έννοια της «Ηγεμονίας» για τον Γκράμσι φανερώνει, αλλά και προκύπτει ως τέτοια λόγω, αλλά και μέσα από την συνθετότητα, που ενσωματώνει η άσκηση της εξουσίας. Μια κοινωνική τάξη, η οποία βρίσκεται στην εξουσία, πρέπει, αλλά δεν φτάνει μόνο να είναι κυρίαρχη. Είναι απαραίτητο επίσης να δημιουργεί εκείνο το πλαίσιο, το οποίο θα την καθιστά και ηγέτιδα δύναμη της κοινωνίας. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα κράμα από πολιτικές και πολιτιστικές πρακτικές, που αποτυπώνονται μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές και επιτρέπουν στην κυρίαρχη τάξη να κατέχει την Ηγεμονία[4]. Για την κοινωνική τάξη αυτή δεν είναι μόνο η βία και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους,  που την καθιστούν άρχουσα μέσα στην κοινωνία. Είναι επίσης ο τρόπος, που οι αρχόμενοι όχι μόνο αποδέχονται την κοσμοαντίληψη, την ιδεολογία των κυρίαρχων, αλλά και την ενστερνίζονται ως μια φυσική κατάσταση, που σε περιόδους «παθητικής επανάστασης», η διαδικασία αυτή τίθεται προμετωπίδα του όλου κοινωνικο-οικονομικού συστήματος.

Η φιλοσοφία της κυρίαρχης τάξης περνά διαμέσου ενός πλήρους ιστού σύνθετων εκλαϊκεύσεων που εμφανίζεται ως «κοινή λογική»: αυτό είναι η φιλοσοφία των μαζών, που αποδέχονται την ηθική, τα έθιμα, την θεσμοποιημένη συμπεριφορά της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν[5].

Εδώ προκύπτει η έννοια της «παθητικής επανάστασης». Συγκεκριμένα η έννοια αυτή χρησιμοποιείται για εκείνη την περίοδο κατά την διαδικασία εδραίωσης του καπιταλισμού, όταν η αστική τάξη, αφού ξεπέρασε τα πρώτα στάδια της «άμεσης» επαναστατικής διαδικασίας, εκεί και όπου δεν χρειάζεται πλέον να καθοδηγήσει την άμεση σύγκρουση για να επιβληθεί με σκοπό να εκτοπίσει τον φεουδαρχικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης. Είναι σ’ αυτήν την περίοδο που η αστική τάξη στηρίζεται περισσότερο στην λειτουργία του κράτους και άλλων μηχανισμών και δράσεων απόσπασης της συναίνεσης για να εξασφαλίσει έτσι τον ηγεμονικό ρόλο της στην κοινωνία[6]. Αλλά μπορεί να το πετύχει αυτό, κυρίως λόγο της αδυναμίας της εργατικής τάξης να δημιουργήσει στην κοινωνία την δική της αντί-ηγεμονία.

Πώς όμως μπορεί η εργατική τάξη να δημιουργήσει την δική της αντί-ηγεμονία, πώς μπορεί να οργανώσει τις τακτικές και στρατηγική της; Αρχικά, κατά τον Γκράμσι βασικές τακτικές είναι αφενός ο «πόλεμος ελιγμών» ή η μετωπική επίθεση και αφετέρου ο «πόλεμος θέσεων»[7]. Στη πρώτη περίπτωση στην ταξική πάλη κυριαρχεί η έντονη δραστηριοποίηση των μαζών, μέσα από την άμεση και πολλές φορές ένοπλη σύγκρουση, τακτική που αξιοποιήθηκε κυρίως κατά τα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά και στις αποτυχημένες επαναστάσεις που ακολούθησαν σε μια σειρά άλλες χώρες της ευρωπαϊκής Ηπείρου και στην πάλη ενάντια στον φασισμό[8]. Στην δεύτερη περίπτωση, το κύριο βάρος της δράσης του εργατικού κινήματος είναι η προσπάθεια δημιουργίας αντί-ηγεμονίας[9] (φυσικά αυτό γίνεται μέχρι να οξυνθεί ξανά η ταξική πάλη και η σύγκρουση θα είναι αναγκαία για να ανέλθει η εργατική τάξη στην εξουσία).

 

Για να πετύχει λοιπόν την αντί-ηγεμονία της θα πρέπει η εργατική τάξη να θέτει τον εαυτό της και τις θέσεις της δυναμικά σε όλη την επικράτεια της χώρας, αποδομώντας την αστική κοινωνική κανονικότητα και ξεσκεπάζοντας τις εχθρικές προς τα κατώτερα στρώματα πρακτικές  της αστικής τάξης, λέγοντας πάντα την αλήθεια[10]. Πρέπει ακόμα να είναι εμπροσθοφυλακή και «παιδαγωγικά» μέσα από το παράδειγμα της να καθοδηγεί μια συμμαχία των καταπιεζομένων τάξεων, μεταλαμπαδεύοντάς τους τις ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της επανάστασης, ενώνοντας έτσι «διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις και» πρέπει «να προχωρήσει πάνω και πέρα από τα οικονομίστικα του (δηλ. του προλεταριάτου) συμφέροντα»[11]. Το Κόμμα θα πρέπει με τις δράσεις του να ενισχύει αυτή την αντί-ηγεμονία μέσα από την εκπαίδευση πολιτικά της μάζας του λαού (πρώτα των στελεχών του) και ως οργανωτικός συντονιστής ενός εθνικού κινήματος. [12]

Πρέπει δηλαδή, εκτός του οργανωτικού συντονισμού να δημιουργήσει μια «φιλοσοφία της πράξης»[13]. Ο Γκράμσι, ακολουθώντας την λογική των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, υποστήριζε ότι δεν πρέπει να είναι μια φιλοσοφία, που να βρίσκεται στα σκονισμένα ράφια της βιβλιοθήκης, μέσα σε τόμους δυσκολοδιάβαστων έργων, ούτε να διατυπώνεται και να μελετάται από εκλεπτυσμένα άτομα, μέλη μιας ομάδας, ξεκομμένης από την κοινωνία, που να χαρακτηρίζεται με το επίθετο «διανόηση». Αντίθετα πρέπει να πραγματώνεται ως  φιλοσοφία των μαζών και  μέσω αυτού «να οδηγηθεί μια μάζα ανθρώπων να σκεφτεί συνεκτικά και με ένα ενοποιητικό τρόπο για το πραγματικό παρόν»[14]. Πρέπει επίσης να καταπιάνεται με την πράξη των ανθρώπινων υποκειμένων στην κοινωνία, εντοπίζοντας τον πρακτικό χαρακτήρα τους μέσα  από το ιστορικό, πρακτικό και δυναμικό πρίσμα τους. Μέσα από το Κόμμα, πρώτα πρέπει όλα τα μέλη να γίνουν ηγετικά στελέχη, αλλά ταυτόχρονα και διανοούμενοι[15].

Ως τρόπο προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας ο Γκράμσι αξιοποιεί την μεθοδολογία, που ο Μαρξ διατυπώνει μέσα από τα έργα του, όπου κυρίαρχο συστατικό της είναι η σχέση Βάσης – Εποικοδομήματος, όπως ο Μαρξ την περιγράφει στο έργο του Κριτική στην Πολιτική Οικονομία:

Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι εισέρχονται σε σχέσεις καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέληση τους, σε σχέσεις παραγωγής, οι οποίες αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Η ολότητα αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική, πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το είναι τους, αλλά, αντίστροφα, το κοινωνικό τους είναι καθορίζει τη συνείδηση τους.[16]

Ένα βήμα παρακάτω, ο Γκράμσι θεωρεί ότι στις ανεπτυγμένες κοινωνίες της Δύσης, μέσα από την δράση της «παθητικής επανάστασης» και την ανάπτυξη περίπλοκων πολιτικών, πολιτιστικών και ιδεολογικών μηχανισμών και θεσμών καθίσταται δυσκολότερο το εγχείρημα ανάπτυξης επαναστατικής στρατηγικής[17].  Επομένως η οικονομική βάση και οι διάφορες  μορφές του εποικοδομήματος της περιπλέκονται σε μεγάλο βαθμό, προκαλώντας έτσι την ανάγκη για ανάπτυξη μιας ποιο σύνθετης μεθοδολογίας προσέγγισης. Πιο συγκεκριμένα από την επαφή της κοινωνίας με τέτοιους θεσμούς  και μηχανισμούς αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό η κοινωνία των πολιτών (societι civile,) ώστε να αποτελεί μια ισχυρή μεταβλητή  μέσα στο κοινωνικό προτσές. Άλλοτε ο Γκράμσι την χρησιμοποιεί (την κοινωνία των πολιτών) ως βασικό στοιχείο στην εσωτερική δομή του κράτους (κράτος = πολιτική κοινωνία + κοινωνία των πολιτών) και άλλοτε βλέπει μια ανταγωνιστική σχέση μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών[18].

Ουσιαστικά για των Γκράμσι η κοινωνία των πολιτών βρίσκεται ανάμεσα στο κράτος και την οικονομική βάση. Επομένως είναι το πεδίο πάλης αφενός για την επιβολή της ηγεμονίας της κυρίαρχης τάξης  και αφετέρου για την καλλιέργεια μιας αντί-ηγεμονίας της εργατικής τάξης και των συμμαχιών που δημιουργεί. Μια αντί–ηγεμονία, που είναι απαραίτητη για την δημιουργία σωστής επαναστατικής στρατηγικής.

 

Δεν είναι ότι η κοινωνία των πολιτών βρίσκεται ως «ενδιάμεσος όροφος» ανάμεσα στην οικονομική βάση και το εποικοδόμημα του κράτους, ώστε να εμποδίζει ή να αλλοιώνει την αντανάκλαση του ενός στο άλλο ή καλλίτερα η αντανάκλαση να φιλτράρεται από αυτήν. Η θέση της βρίσκεται καλύτερα ανάμεσα στις διάφορες μορφές του  εποικοδομήματος και ίσως να μην είναι εύκολα διακριτή, αλλά εντούτοις  στέκει επιβλητικά πάνω στην οικονομική βάση.

 

Θα μπορούσαμε σχηματικά να προσεγγίσουμε την «κοινωνία των πολιτών» ως μέρος του «εποικοδομήματος», η οποία επηρεάζει και επηρεάζεται από την οικονομική βάση, αλλά δεν μπορεί να την υπερβεί πλήρως. Μπορεί όμως να φτάσει πάντα μέχρις ενός σημείου υπέρβασης. Η ποιοτική αλλαγή μπορεί να επέλθει μόνο μέσα από την ανατροπή της οικονομικής βάσης, που αποτελεί το μέτρο  του  οικονομικού συστήματος, το οποίο ξεπερνιέται μόνο με την ανατροπή της οικονομικής βάσης.

Έτσι, η «κοινωνία των πολιτών» ως «εποικοδόμημα» «συμμορφώνεται» με τη διαλεκτική σύνδεση τόσο με την οικονομική βάση, όσο και με τις διάφορες μορφές του εποικοδομήματος. Είναι καλύτερα ένα άλλο ρωμαλέο «εποικοδόμημα»  του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, που στέκεται πάνω στην βάση, που στα πρώτα στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης παρέμενε αδύνατο, όπως παραμένει και στις υποανάπτυκτες χώρες. Όταν όμως οι συνθήκες στην κοινωνία παραμένουν αγροτικές, με τον συντηρητισμό που χαρακτηρίζει την αγροτιά, χωρίς έντονη ανάπτυξη συλλογικής συνείδησης η κοινωνία των πολιτών παραμένει αδύναμη και ασταθής χωρίς την δυνατότητα να αναπτύξει δυναμική να επηρεάσει άμεσα μέσω της αντανάκλασης του και να μονιμοποιεί στοιχεία της στις διάφορες μορφές του εποικοδομήματος, αλλά ταυτόχρονα  και στην οικονομική βάση.

Στις αναπτυγμένες όμως χώρες της Δύσης το «εποικοδόμημα» είναι αυτό που επιβάλλεται να είναι και μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρο η ηγεμονία της αστικής τάξης. Είναι σε αυτές τις χώρες, που μπορεί και πρέπει το εργατικό κίνημα και οι σύμμαχοι του να καλλιεργήσουν την αντί-ηγεμονία τους. Όπως η οικονομική βάση μπορεί να αντανακλά την κυρίαρχη ιδεολογία, έτσι και η εργατική τάξη, μέσω του κόμματος της, πρέπει να δημιουργήσει τις συνθήκες άμυνας και επίθεσης της. Είναι εδώ που οι λαϊκές μάζες ως ένα συστατικό στοιχείο της κοινωνίας των πολιτών μπορούν άμεσα και να την επηρεάσουν, αλλά και να επηρεαστούν.

 

Για αποσαφήνιση θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι υπάρχει διαλεκτική σχέση μεταξύ οικονομικής βάσης και πολιτικο-ιδεολογικού εποικοδομήματος. Οι περιορισμοί και δυσκολίες που υπάρχουν στην διαβίωση του Γκράμσι, ευρισκόμενος απομονωμένος στις φυλακές του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος, αναμφίβολα επηρεάζουν και τον τρόπο που γράφει. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αναγκάζεται να εφαρμόσει ενός είδους μεθοδολογικής αφαίρεσης. Δεν θεωρεί ότι ο καπιταλισμός στηρίζεται μόνο στην «παθητική επανάσταση», χωρίς βία ή ότι η δημιουργία αντί-ηγεμονίας είναι ο δρόμος για τον σοσιαλισμό. Επικεντρώνεται στα καπιταλιστικά κράτη της Δύσης, όπου οι ιδεολογικοί μηχανισμοί της αστικής τάξης ήταν πιο έντονοι σε αντίθεση με την τσαρική Ρωσία, όπου τον πρώτο ρόλο είχαν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του καθεστώτος. Επιπλέον, θεωρεί λυμένο το ζήτημα της επαναστατικής διαδικασίας, από πριν γι’ αυτό και δεν το θέτει στην συζήτηση. Δεν είχε όμως, αντικειμενικά, την ευχέρεια να αναλύσει το «γενικό» και να θέσει το πλαίσιο του «ειδικού», που επιλέγει να μελετήσει.

Ο Γκράμσι τονίζει την αναγκαιότητα δημιουργίας αντί-ηγεμονίας όχι ως στρατηγικό στόχο, αλλά ως ένας μέρος των τακτικών της εργατικής τάξης. Όταν η εργατική τάξη μέσα από την καθοδήγηση του κόμματος της, αναπτύξει την αντί-ηγεμονία της, μπορεί να επηρεάσει μεν την οικονομική βάση ως ένα σημείο, άλλα όχι και να την ανατρέψει οριστικά, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ανάδειξη της στην πολιτική εξουσία. Όταν όμως υπάρχει αναπτυγμένη αντί-ηγεμονία, τότε μπορεί η εργατική τάξη να πολιτικοποίηση το κλίμα πολύ πιο εύκολα και να οξύνει την ταξική πάλη όταν οι συνθήκες – αντικειμενικές και υποκειμενικές – είναι πλέον ώριμες.

Επιπλέον, όταν η εργατική τάξη ανατρέψει την υφιστάμενη οικονομική βάση θα είναι ευκολότερο να ριζώσουν μέσα στην κοινωνία οι νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης της σε μια ήδη συνειδητοποιημένης κοινωνίας των πολιτών, η οποία ως ένα βαθμό θα είναι οργανωμένη σε δομές «του μέλλοντος». Αντιθέτως, όταν δηλαδή πραγματοποιηθεί η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και η ανατροπή και αντικατάσταση της οικονομικής βάσης, η αντανάκλαση προς την κοινωνία των πολιτών θα είναι εξίσου έντονη, λόγω του ότι αυτή θα έχει άμεση επαφή με τις διαδικασίες ανατροπής, αφού μια τέτοια επαναστατική διαδικασία προϋποθέτει την άμεση εμπλοκή της πλειοψηφίας του λαού.  Όμως η μη ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών (όπως την αντιλαμβάνεται ο Γκράμσι) θα μεταφραζόταν ως μια επιφανειακή μετατόπιση των πραγμάτων και όχι μια ριζοσπαστική και συνειδητή κίνηση του ιστορικού προτσές προς τα μπρος.

Σε τελική ανάλυση η κοινωνία των πολιτών είναι η κοινωνία, που εντός της δραστηριοποιούνται τα κοινωνικά όντα, δηλ. οι άνθρωποι. Εμπλουτισμένη με συνήθειες, πρακτικές, σχέσεις κ.λπ., που προκύπτουν μέσα από την περίπλοκη ανάπτυξη του ιστορικού προτσές.  Σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κοινωνία των πολιτών έχει ρόλο στο «πεδίο μάχης», στο οποίο αντανακλούνται οι διάφορες μορφές  εποικοδομήματος της οικονομικής βάσης. Θα μπορούσε να ταυτιστεί με τα πεδία των μαχών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου η σύγκρουση διεξαγόταν από τα χαρακώματα και η έκβαση της μάχης είχε άμεση σχέση με την κατάληψη τους. Έτσι λοιπόν με την κατάληψη των χαρακωμάτων του εχθρού προετοιμάζεται η νικηφόρα προέλαση της επανάστασης και τίθενται οι βάσεις για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας.

Η εμπειρία των Μορφωτικών Συλλόγων

Αντιλαμβανόμενοι την ανάγκη για οργανωτική υποστήριξη, που θα πλαισίωνε και θα προωθούσε την ιδεολογία τους, οι κομμουνιστές της Κύπρου ανύψωσαν το Λαϊκό Κίνημα. Συγκεκριμένα μια σειρά από μαζικές οργανώσεις, που η κάθε μια συνδεόταν με το υπόλοιπο Κίνημα, αλλά ταυτόχρονα είχε να επιτελέσει συγκεκριμένο ρόλο μέσα στην κοινωνία.

Έτσι υπήρχε ο πολιτικός εκφραστής αυτού του κοινωνικού εποικοδομήματος, το Κόμμα των εργαζόμενων, το  Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου και μετέπειτα το ΑΚΕΛ, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ο κεντρικός πυρήνας του όλου οικοδομήματος, που γύρο του περιστρέφονται οι υπόλοιπες μαζικές οργανώσεις. Παράδειγμα τέτοιων οργανώσεων είναι η ΑΟΝ/ΕΔΟΝ – η οργάνωση νεολαίας, η ΠΟΔΝ/ΠΟΓΟ – η οργάνωση των γυναικών, η ΕΑΚ/ΕΚΑ για τους αγρότες, η ΠΣΕ/ΠΕΟ για τους εργαζόμενους κ.λπ. Οι Μορφωτικοί Σύλλογοι (ΜΣ) είναι εκείνο το τμήμα του κινήματος, που στέκει ή και λειτουργεί ως «βιτρίνα» μπροστά στην κοινωνία.

Είναι το τμήμα, το οποίο βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον πληθυσμό της Κύπρου σχεδόν σε κάθε γωνιά της. Ταυτόχρονα είναι εκείνο το τμήμα, που σήμερα και αρκετά χρόνια πριν στεγάζει το υπόλοιπο κίνημα άμεσα κάτω στην βάση, στις τοπικές κοινωνίες. Κάτω από αυτό το πρίσμα είναι που οι ΜΣ χαρακτηρίζονται ως η βιτρίνα του Λαϊκού Κινήματος. Είναι αυτό το κομμάτι, που είναι υπεύθυνο να γειώνει και να προβάλλει στην κοινωνία την ιδεολογία, τις πολιτικές θέσεις, τις δράσεις και τις πρακτικές του όλου εποικοδομήματος απευθείας στους πολίτες και να τους φέρνει σε άμεση επαφή με το Λαϊκό Κίνημα.

Επομένως είναι ταυτόχρονα και το τμήμα του Κινήματος, που έχει να κάνει περισσότερο σε αυτό, που ο Γκράμσι ονομάζει κοινωνία των πολιτών. Μέχρι και την δεκαετία του 1990 οι ΜΣ παρέμενε κεντρικός θεσμός, γύρω του οποίου περιστρεφόταν η πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή μέσα στις τοπικές κοινωνίες σε επίπεδα, που για κάποιες (τοπικές κοινωνίες) δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να αναφέρουμε ότι τουλάχιστο για τον κόσμο της Αριστεράς, γύρω τους δομήθηκε τεράστιο μέρος της καθημερινότητας του.

Εμφανίστηκαν οι Μορφωτικοί Σύλλογοι στα τέλη της δεκαετίας 1930[19] με πρωτοβουλία του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ[20], που είχε θέσει ως στόχο στα επόμενα χρόνια να επιτευχθεί η περαιτέρω ανάπτυξη τους με σκοπό τη συνεχή διεύρυνση της επαφής τους με τον κόσμο στην ύπαιθρο[21].

Οι δομές του κράτους την περίοδο αυτή, ιδιαίτερα όσον αφορούσε την προστασία των κατώτερων στρωμάτων, ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η  κυρίαρχη ηγεμονία δεν επεκτεινόταν επαρκώς προς τις λαϊκές μάζες, αφού το τότε κράτος ως τέτοιο επαγγελλόταν σε μεγάλο βαθμό με δράσεις, που είχαν αρνητικό για αυτές περιεχόμενο και σχεδόν χωρίς καμία πολιτική ενσωμάτωσης.

Ταυτόχρονα, αναπτυσσόταν η ελαφριά βιομηχανία, το εμπόριο, καθώς επίσης και η παραγωγή στα μεταλλωρυχεία. Το πιο πάνω ήταν η αντανάκλαση του περάσματος από μια προ-καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας με έντονα φεουδαρχικά χαρακτηριστικά (απότοκο από την οθωμανική αυτοκρατορία στην οποία ήταν υποτελής η Κύπρος από το 1571) προς μια καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας (που χαρακτήριζε το Ηνωμένο Βασίλειο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η Κύπρος το 1878). Στους τομείς αυτούς της οικονομικής δραστηριότητας, ακόμη και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940, περίοδος όξυνσης των εργατικών αγώνων και της ταξικής πάλης για βελτίωση των όρων εργασίας, οι συνθήκες ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση[22].

Είναι εδώ, που το Κόμμα μέσα από τους Μορφωτικούς Συλλόγους κατάφερε να καλύψει το κενό, που άφηνε η αστική τάξη, κατακτώντας τα «χαρακώματα» αυτά. Οι ΜΣ κατάφεραν μέσα από την συνεχή και άμεση στην βάση δράση τους να καλύψουν τομείς, που η αστική τάξη ή αδυνατούσε ή έδιδε άλλο περιεχόμενο. Οι θεατρικές παραστάσεις, από απόμακρο και ξένο κομμάτι για τους τότε εργαζόμενους της πόλης και της υπαίθρου έγιναν δημιούργημα και κτήμα τους. Ο χορός και το τραγούδι κομμάτι της καθημερινότητας τους. Έβαλαν στη ζωή τους τον αθλητισμό. Στις κοινότητες οικοδόμησαν δρόμους και άλλα απαραίτητα για την κοινή συμβίωση. Σε συνεργασία με ολόκληρο το Λαϊκό Κίνημα ανάπτυξαν συνεταιρισμούς και δημιούργησαν κολεκτίβες.  Μέσα από όλα αυτά, αλλά και μια σειρά από άλλα μέτρα και κατακτήσεις αυτή η αντί-ηγεμονία κατάφερε όχι μόνο να φέρει εκλογικές νίκες στο Κόμμα, όχι μόνο να ριζωθεί στην συνείδησή του εργαζόμενου μέχρι και σήμερα, αλλά και να διατηρεί ζωντανό το όραμα για μια άλλη κοινωνία, απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1]  Αντόνιο Γκράμσι, Μαξιμαλισμός και εξτρεμισμός. Δημοσιεύθηκε: L’Unità, 2 Ιουλίου 1925. Από Marxist Internet Archive.

 

[2]  Παλμίρο Τολιάτο, Ουμπέρτο Τερατσίνι, Άντζελο Τάσκα κ.α.

 

[3]Θέσεις, Πολιτική, διανοητικότητα, ηγεμονία: Ξαναγυρνώντας στον Γκράμσι, Τεύχος 125, περίοδος: Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2013.

 

[4]Θέσεις, Πολιτική, διανοητικότητα, ηγεμονία: Ξαναγυρνώντας στον Γκράμσι, Τεύχος 125, περίοδος: Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2013.

 

[5]  Φιόρι Τζουζέπε, Αντόνιο Γκράμσι, η Ζωή Ενός Επαναστάτη, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1977, σελ. 271.

 

[6]Θέσεις, Πολιτική, διανοητικότητα, ηγεμονία: Ξαναγυρνώντας στον Γκράμσι, Τεύχος 125, περίοδος: Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2013.

 

[7]  Γκράμσι Αντόνιο, Τετράδια της Φυλακής, Selections from the Prison Notebooks of Antonio Gramsci, ed. and trans. Quintin Hoare & G.N. Smith, International Publishers, New York 1971.

 

[8]Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση Εννοιολόγηση της θεωρίας του Γκράμσι για την Ηγεμονία και το Κράτος, Γιώργος Σκουλάς, Τεύχος 57, περίοδος: Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1996.

 

[9]Θέσεις, Εννοιολόγηση της θεωρίας του Γκράμσι για την Ηγεμονία και το Κράτος Γιώργος Σκουλάς.

 

[10]  Αντόνιο Γκράμσι, Για την αλήθεια. Ή για το να λέμε την αλήθεια στην πολιτική, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.

 

[11]Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση Εννοιολόγηση της θεωρίας του Γκράμσι για την Ηγεμονία και το Κράτος Γιώργος Σκουλάς.

 

[12]  Αντόνιο Γκράμσι, Οι θέσεις της Λυών. Η ιταλική κατάσταση και τα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας: Ο Γκράμσι για το επαναστατικό κόμμα, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2011.

 

[13]  Αν και πολλές φορές εξαιτίας της λογοκρισίας του φασιστικού καθεστώτος, στα γραπτά κείμενα του Γκράμσι η έννοια αυτή χρησιμοποιείται για να αναφερθεί στην μαρξιστική κοσμοαντίληψη.

 

[14]  Gramsci, A. 1978-1996, Cahiers de Prison, Paris: Gallimard. vol. 3: 177-178, Gramsci 1977: 1378 (Q11, § 12).(1).

 

[15]Θέσεις ,Εννοιολόγηση της θεωρίας του Γκράμσι για την Ηγεμονία και το Κράτος, Γιώργος Σκουλάς.

 

[16]Κριτική στην πολιτική οικονομία, εισαγωγή, Σύγχρονη Εποχή σελ 18, 2010.

 

[17]Θέσεις, Πολιτική, διανοητικότητα, ηγεμονία: Ξαναγυρνώντας στον Γκράμσι.

 

[18]  Βασίλης Φούσκας, Ο Gramsci και η έννοια της ηγεμονίας μέσα στη σχέση πολιτικής κοινωνίας- κοινωνίας των ιδιωτών, Εκδόσεις Στάχυ,  1998.

 

[19]Το κίνημα των Μορφωτικών συλλόγων 1939-1945, Χρίστου Πέτα, Λευκωσία 1992.

 

[20]Μνήμες ενός Ακελιστή, Βιώματα και Εμπειρίες 65 Χρόνων, Γρηγόρη Σπύρου, «Χαραυγή». Λευκωσία 2006.

 

[21]Νέος Δημοκράτης 04/08/1949.

 

[22]Νέος Δημοκράτης 27/08/1949 «Δυστύχημα στον Αμίαντο», 03/09/1949 «Δυστύχημα στον Αμίαντο». 04/06/1949 «Καταθλιπτικοί όροι εργασίας  στο νέο μεταλλείο τις Σιάς»  κ.ά.

 

PREV

 Η Φιλική Εταιρεία και το Κίνημα των Δεκεμβριστών: μια γενική προσέγγιση

NEXT

Η σοσιαλιστική στιγμή και ο ριζοσπαστισμός των μαζών