Home  |  Νεος Δημοκράτης   |  Ο φασισμός έχει τις ρίζες του στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού¹

Ο φασισμός έχει τις ρίζες του στην κρίση του νεοφιλελευθερισμού¹

Prabhat Patnaik
Οικονομολόγος, πολιτικός αναλυτής

 

Μετά από 75 χρόνια ανεξαρτησίας, η ανισότητα του πλούτου και η ανεργία αυξάνονται ραγδαία, ενώ η απασχόληση και το εγγυημένο εισόδημα για την πλειοψηφία του πληθυσμού μειώνονται καθημερινά. Σημαίνει άραγε αυτό ότι η Ινδία έπαψε πλέον να είναι κράτος πρόνοιας;

Αν εξετάσουμε σωστά τον ορισμό του «κράτους πρόνοιας», τότε η Ινδία δεν ήταν ποτέ ένα «κράτος πρόνοιας». Ακόμα κι αν ένα «κράτος πρόνοιας» λειτουργεί για την ευημερία μιας συγκεκριμένης ομάδας, αντί να εργάζεται για την καθολική ευημερία, πρέπει να προσπαθήσει τουλάχιστον να διατηρήσει τους πάντες πάνω από ένα ορισμένο ελάχιστο εγγυημένο βιοτικό επίπεδο ζωής. Αυτό δεν συνέβη ποτέ στην Ινδία. Όταν υπήρχε το καθολικό σύστημα δημόσιας διανομής τροφίμων (όχι το σημερινό στοχευόμενο σύστημα με δελτία) για την εγγύηση της επισιτιστικής ασφάλειας στη χώρα, στις αγροτικές περιοχές υπήρχαν πολύ λίγα καταστήματα με τρόφιμα χρηματοδοτούμενα από την κυβέρνηση. Δηλαδή, το σχήμα, παρά την ονομασία του, δεν ήταν καθολικό. Στο ινδικό Σύνταγμα, όλες οι διατάξεις περί «συστήματος του κράτους πρόνοιας» υπάγονται στις Καθοδηγητικές Αρχές Κρατικής Πολιτικής, οι οποίες δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία κανενός δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν καθίσταται υποχρεωτική η εφαρμογή τους από το κράτος.

Είναι αλήθεια ότι διακηρυγμένος στόχος του συντάγματος, από την αρχή, ήταν να αναπτυχθεί η Ινδία ως ένα κράτος πρόνοιας. Ωστόσο, αυτός ο στόχος έχει αποκηρυχθεί πλέον ανοιχτά και υιοθετήθηκε η «trickle-down» θεωρία (Σημ. μετ.: νεοφιλελεύθερη θεωρεία, σύμφωνα με την οποία οι φορολογικές ελαφρύνσεις προς τη μεγαλοαστική ελίτ δημιουργούν προϋποθέσεις αύξησης των εισοδημάτων και του πλούτου της, επομένως αύξηση των επενδύσεων της και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, πράγμα που τελικά ο αυξανόμενος πλούτος της διοχετεύεται «σταγόνα-σταγόνα» στα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας), πράγμα που σημαίνει στην πράξη ότι το κράτος δεν θα παράσχει βοήθεια στους μη προνομιούχους και αντίθετα αυτή η βοήθεια θα εξαρτάται από μια «αυθόρμητη» διαδικασία. Αυτή η εγκατάλειψη του κράτους- πρόνοιας είναι μέρος του οράματος του νεοφιλελευθερισμού, που αντικατοπτρίζεται σε πολλούς άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής. Για παράδειγμα, το κράτος έχει αποσυρθεί από την καθολική δημόσια διανομή τροφίμων. Μετατρέπει την εκπαίδευση σε καταναλωτικό αγαθό, που καθιστά αδύνατη την πρόσβαση των περισσότερων ανθρώπων σε αυτήν. Αποδυναμώνει το δημόσιο σύστημα υγείας. Υπάρχουν σωρεία άλλων τέτοιων παραδειγμάτων.

Το υψηλό ποσοστό ανεργίας – το υψηλότερο μετά την ανεξαρτησία – σε μια χώρα όπου δεν υπάρχει γενικό σύστημα βοήθειας προς τους ανέργους, η ταχεία άνοδος της ακραίας ανισότητας – υψηλότερη από αυτή οποιασδήποτε εποχής κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, σύμφωνα δε με τους Picketty και Chancel, η ανήκουστη υποβάθμιση της διατροφής του πληθυσμού, ο οποίος είχε γνωρίσει σημαντικές προόδους σ’ αυτόν τον τομέα μετά την ανεξαρτησία από τη Βρετανία, όλες αυτές λοιπόν οι τάσεις αποτελούν απόδειξη της γενικότερης παρακμής της χώρας κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης.

Τρεις δεκαετίες έχουν περάσει από την εισαγωγή του νεοφιλελευθερισμού. Ποιος ήταν ο κύριος αντίκτυπος μιας τέτοιας πολιτικής; Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι η δεδομένη πολιτική έχει αποτύχει ολοκληρωτικά;

Η νεοφιλελεύθερη περίοδος στην Ινδία μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη – η πρώτη περίοδος, στη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης και στη δεύτερη, όπου ξεκίνησε η οικονομική κρίση του νεοφιλελευθερισμού, η οποία είχε παγκόσμιο χαρακτήρα. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο φάσεων του νεοφιλελευθερισμού στην Ινδία ήταν η δεύτερη κυβέρνηση της Ενωμένης Προοδευτικής Συμμαχίας [2009–2014]. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, που πυροδότησε η έκρηξη της φούσκας των ακινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα ξέσπασε και στα πλαίσια της Ινδίας.

Στην πραγματικότητα και όταν ακόμα υπήρχε υψηλός ρυθμός ανάπτυξης κατά την πρώτη περίοδο του νεοφιλελευθερισμού, εντούτοις η συνολική φτώχεια επίσης αυξήθηκε. Η ημερήσια πρόσληψη 2.200 θερμίδων στην ινδική ύπαιθρο ορίζεται ως το όριο της «φτώχειας». Το ποσοστό των ανθρώπων, που δεν μπορούν να ξεπεράσουν αυτό το όριο αυξήθηκε από το 58% το 1993-1994 στο 68% το 2011-2012. Στις αστικές περιοχές, ο αριθμός αυτός ήταν 2.100 θερμίδες και το ποσοστό των ατόμων που δεν μπορούσαν να το φτάσουν αυξήθηκε από το 57% στο 65%.

Ωστόσο, από την αρχή της κρίσης και της στασιμότητας του νεοφιλελευθερισμού, η κατάσταση γενικά της εργατικής τάξης έχει επιδεινωθεί. Η Εθνική Έρευνα Δειγμάτων (NSS) 2017-18 έδειξε τη σοβαρότητα αυτής της επιδείνωσης γι’ αυτό και η κυβέρνηση Μόντι όχι μόνο δεν δημοσίευσε την έκθεση, κρατώντας την μακριά από τη δημοσιότητα, αλλά επιπρόσθετα αποφάσισε να διαλύσει την NSS, παρά το γεγονός ότι τη συγκεκριμένη μέθοδο έρευνας είχε εισαγάγει ο διάσημος στατιστικολόγος P.C. Mahalanobis. Ωστόσο, τα αποτελέσματα της έκθεσης διέρρευσαν, αποκαλύπτοντας ότι η πραγματική κατά κεφαλή αγοραστική δύναμη της αγροτικής Ινδίας μειώθηκε κατά 9% από το 2011- 12 έως το 2017-18. Αυτό το ποσοστό είναι ένας μέσος όρος, η μείωση δε όσον αφορά την εργατική τάξη πρέπει να είναι ακόμα μεγαλύτερη. Η όλη κατάσταση έχει επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο μετά την πανδημία και τον τρέχοντα παγκόσμιο πληθωρισμό.

Ακόμα κι αν ο καπιταλισμός μπορέσει να ξεπεράσει την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, η μακροπρόθεσμη δομική κρίση του νεοφιλελευθερισμού, η οποία ήταν ήδη ορατή πριν από το 2019-20, θα παραμείνει. Δεν υπάρχει δυνατότητα να ξεπεραστεί αυτή η κρίση μέσα στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να ξεπεράσει την κρίση, δίνοντας περισσότερες παραχωρήσεις στους καπιταλιστές με την ελπίδα ότι θα επενδύσουν περισσότερα, πράγμα που θα αυξήσει την οικονομική δραστηριότητα και θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Ωστόσο, αυτός ο τρόπος στην πραγματικότητα απλώς εμβαθύνει περαιτέρω την κρίση, γιατί σε περιόδους κρίσης, όταν η αγορά δεν επεκτείνεται, οι καπιταλιστές δεν επενδύουν σε τίποτα. Επομένως, όσο διαρκεί ο νεοφιλελευθερισμός, η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των ανθρώπων θα συνεχίσει να χειροτερεύει. Όσο πιο γρήγορα λοιπόν βγει η χώρα από αυτό το σύστημα, τόσο το καλύτερο.

Εάν σας ζητηθεί να επιλέξετε τον τομέα της ινδικής οικονομίας, που διέρχεται τη σοβαρότερη κρίση, ποιον θα επιλέγατε;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στο νεοφιλελευθερισμό είναι η επίθεσή του, που είναι ιδιαίτερα σκληρή, ενάντια στους μικρούς παραγωγούς και την παραδοσιακή γεωργία. Από τη στιγμή, που το νεοφιλελεύθερο σύστημα ελέγχεται από την ελίτ της αστικής τάξης, τη συνδεδεμένη με το διεθνές χρηματο-πιστωτικό κεφάλαιο, σημαίνει ότι παύει να στηρίζει την παραδοσιακή γεωργία, εξαρτώμενη από την ένταση εργασίας των καλλιεργητών. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση Μόντι βρισκόταν στα πρόθυρα για την κατάργηση και εκείνης ακόμα της ελάχιστης τιμής στήριξης προς τους καλλιεργητές που παρέμεινε, αλλά αναγκάστηκε ενόψει της προβλεπόμενης μαζικής λαϊκής αντίδρασης να μην προχωρήσει.

Καθώς όμως η κυβέρνηση συνεχίζει να μειώνει την κρατική στήριξη στον τομέα της αγρο-οικονομίας, τότε αυτός παύει να είναι κερδοφόρος. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση προωθεί μεγάλες εταιρείες για να εισβάλουν σε αυτόν τον τομέα, παρέχοντας κίνητρα για τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτός είναι ο λόγος, που διατηρεί τη συνεχιζόμενη κρίση στον αγροτικό τομέα. Οι εκατοντάδες, χιλιάδες αυτοκτονίες αγροτών, άνευ προηγουμένου από την ανεξαρτησία, είναι μια εκδήλωση αυτής της κρίσης. Από την άλλη η μαζική μετανάστευση αγροτών από τα χωριά στις πόλεις για αναζήτηση εργασίας, που δεν υπάρχει και η συνακόλουθη αύξηση των πλεοναζόντων εργατικών χεριών είναι μια άλλη μορφή εκδήλωσης αυτής της κρίσης. Δεδομένου ότι ο αριθμός των εργαζομένων αυξάνεται, άρα υπάρχουν περισσότερα άτομα, που αναζητούν δουλειά σε σύγκριση με τις υπάρχουσες διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία της απογραφής του 1991 και του 2001, ο αριθμός των αγροτών, αποκαλούμενων «καλλιεργητές» στην απογραφή, μειώθηκε κατά 15 εκατομμύρια άτομα.

Η φτωχοποίηση των αγροτών μειώνει ακόμα περαιτέρω και τη διαπραγματευτική δύναμη στους τομείς της οργανωμένης μισθωτής εργασίας, πράγμα που αυξάνει τη συνολική φτώχεια του πληθυσμού. Αυτό αποτελεί το κεντρικό θέμα και το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Σε μια χώρα, όπως η Ινδία το κλειδί για τη σταθερότητα της εθνικής οικονομίας είναι η συνεχιζόμενη επιβίωση της γεωργίας, της εξαρτώμενης από τους καλλιεργητές και συνδεόμενης επίσης στενά με την κατάσταση των εργατών στον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα. Ο νεοφιλελευθερισμός έθεσε αυτή ακριβώς την επιβίωση υπό αμφισβήτηση.

Ο ινδικός καπιταλισμός υποστηρίζει λίγο πολύ την ιδεολογία του ινδουιστικού θρησκευτικού φονταμενταλισμού, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει τους κινδύνους, που εγκυμονεί. Γιατί συμβαίνει αυτό? Μήπως αλλάζει η ινδική μεγαλοαστική τάξη τις πολιτιστικό- ιδεολογικές της αρχές;

Όχι, οι πολιτιστικές και ιδεολογικές αρχές της ινδικής μεγαλοαστικής τάξης δεν αλλάζουν ως τέτοιες. Αυτή η στροφή είναι αποτέλεσμα της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού, όταν το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και η ντόπια μεγαλοαστική τάξη φοβούνται πιθανές αντιδράσεις, προερχόμενες από τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα του λαού. Όταν η εθνική οικονομία κατά την πρώτη περίοδο του νεοφιλελευθερισμού είχε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, η «θεωρία της «trickle-down» μπορούσε να πλασαριστεί και να χειραγωγήσει τις εργατικές μάζες – και ήταν ο τρόπος, με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός προσπάθησε να αποτρέψει ή και να καθυστερήσει την ανερχόμενη αντίδραση της εργατικής τάξης – παρά το γεγονός ότι οι συνθήκες του εργαζόμενου πληθυσμού συνέχιζαν να χειροτερεύουν. Ωστόσο, με την έλευση της κρίσης, αυτό το σύστημα διαιώνισης του νεοφιλελευθερισμού χάνει πλέον τη δυναμική του και τελικά εξαφανίστηκε. Όταν υπάρχει μηδενική ανάπτυξη στην οικονομία, τίποτα πια δεν μπορεί να «στάξει» προς τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού. Σε αυτή τη νεοδημιουργηθείσα κατάσταση ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να βρει ένα νέο σύστημα στήριξης και ο νεοφασισμός αποτελεί ακριβώς αυτό το σύστημα. Έτσι οδηγηθήκαμε στη συμμαχία νεοφιλελευθερισμού- νεοφασισμού, όπου στην Ινδία αυτή η συμμαχία αποτελείται από τη μεγαλοαστική ελίτ και την Hindutva (Σημ. μετ.: χρησιμοποιούμενος όρος για την περιγραφή πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων, που υποστηρίζουν τον ινδουιστικό εθνικισμό). Η δεδομένη αυτή συμμαχία προσπαθεί να βοηθήσει το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό να επιβιώσει της κρίσης. Γι’ αυτό λοιπόν και αλλάζει το αφήγημα, καλλιεργώντας το μίσος εναντίον ορισμένων μειονοτικών ομάδων, ώστε οι εργαζόμενοι να μην επικεντρώνονται στις άσχημες συνθήκες διαβίωσης τους. Αυτή η πολιτική βοηθά το νεοφιλελευθερισμό με δύο τρόπους: Πρώτον, κρατά διχασμένη την εργατική τάξη και δεύτερο αποσπά την προσοχή του λαού από το καθημερινό ζήτημα της επιβίωσης και την επικεντρώνει στα θέματα θρησκείας. Η συμμαχία μεγαλοαστικής ελίτ – Hindutva είναι ένα χρήσιμο όπλο στη φαρέτρα του φασισμού.

Ο Γκεόργκι Δημητρόφ δήλωνε στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς ότι ο φασισμός αναδύεται κατά τη διάρκεια της κρίσης του καπιταλισμού. Η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Η παρούσα κρίση του νεοφιλελευθερισμού δημιουργεί επίσης ένα παρόμοιο πλαίσιο, που διευκολύνει την άνοδο του νεοφασισμού. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι όπως και στη δεκαετία του 1930, αυτή η άνοδος του νεοφασισμού είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και δεν περιορίζεται μόνο στα στενά όρια της Ινδίας.

Ωστόσο, υπάρχουν όμως διαφορές μεταξύ της δεκαετίας του 1930 και του σήμερα. Τότε ο φασισμός έσωσε τον καπιταλισμό από την κρίση, καθώς οι κυβερνήσεις αύξησαν τις δαπάνες για την παραγωγή όπλων, καθώς προετοιμάζονταν για πόλεμο και αυτές οι αυξημένες δαπάνες εξυπηρετούνταν με τη σύναψη δανείων από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δηλαδή με τη συσσώρευση αυξημένου δημοσιονομικού ελλείμματος. Προς το παρόν σήμερα όμως οι κυβερνήσεις δεν συνάπτουν δάνεια για να αυξήσουν τις δαπάνες τους. Αυτό αποκλείεται, γιατί ένα μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα δεν είναι αποδεκτό για τη χρηματοδότηση κεφαλαίων. Επιπλέον, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο είναι διεθνές, ενώ το κράτος παραμένει εθνικό. Επομένως το κράτος πρέπει να κάνει τις όποιες παραχωρήσεις στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο για να μην εγκαταλείψει μαζικά τη χώρα. Ομοίως, στο νεοφιλελευθερισμό, είναι αδύνατο για το κράτος να συγκεντρώσει περισσότερα κεφάλαια για τα ταμεία του αυξάνοντας τους φόρους στους μεγάλους καπιταλιστές, που συσσωρεύουν τεράστιες ποσότητες υπεραξίας. Αυτό που προσπαθεί να εφαρμόσει το κράτος είναι να αυξήσει τους φόρους στην εργατική τάξη και σ’ άλλα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα προκειμένου να καλύψει τις απαραίτητες κρατικές δαπάνες, αλλά αυτή η φορολόγηση δεν αρκεί και δεν αυξάνει στην πράξη τον όγκο των κρατικών εσόδων. Κι αυτό γιατί οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να ξοδεύουν όλες τις απολαβές τους για κάλυψη όσον το δυνατόν τις πιο βασικές τους ανάγκες. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και η παλιά κοπή του φασιστικού κράτους δεν θα μπορούσε να βοηθήσει τον καπιταλισμό να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση του. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του νεοφασισμού και του φασισμού του 20ου αιώνα και αυτή επίσης είναι και η αδυναμία του νεοφασισμού.

Πιστεύετε ότι η συμμαχία αστικής ελίτ και Hindutva μπορεί να οδηγήσει την Ινδία στο φασισμό; Αν ναι, ποια μπορεί να είναι τα πιθανά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του «ινδικού» φασισμού;

Εφόσον το σημερινό πλαίσιο είναι διαφορετικό από αυτό της δεκαετίας του 1930, ο σημερινός φασισμός δεν θα είναι ένα αντίγραφο του φασισμού εκείνης της δεκαετίας. Ωστόσο, όλα τα γενικά χαρακτηριστικά του φασισμού ήδη υπάρχουν στην Ινδία. Για παράδειγμα: Η καταπιεστική αυταρχική διακυβέρνηση, που στηρίζεται στο φόβο. Η συμμαχία μεταξύ ενός φασιστικού κόμματος και των μεγάλων επιχειρήσεων. στοχεύοντας μια μειονοτική ομάδα και δημιουργώντας μίσος εναντίον της. Η δίωξη της πολιτικής αντιπολίτευσης με την εργαλειοποίηση της κρατικής καταστολής, καθώς και τη χρήση φασιστών εγκληματιών. Επιπρόσθετα η εκτεταμένη βία και καταστολή εναντίον διανοουμένων και κοινωνικών κινημάτων, που υψώνουν φωνή διαμαρτυρίας ενάντια στην αυταρχική εξουσία. Όλα αυτά δε γίνονται επειδή το φασιστικό κράτος φοβάται μήπως και απωλέσει την πολιτική εξουσία. Ωστόσο, ο σημερινός φασισμός ή νεοφασισμός αναγκάζεται να λειτουργήσει μέσα σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Ως εκ τούτου, ο νεοφασισμός καταστρέφει μεν τη δημοκρατία, αλλά διατηρεί δε ανέπαφη την πρόσοψή της, προσποιούμενος ότι είναι δημοκρατικός. Αυτό σημαίνει ότι ο σημερινός φασισμός είναι μεταμφιεσμένος γι’ αυτό και δεν μπορούμε να πούμε ότι η συμμαχία μεγαλοαστικής ελίτ – Hindutva μπορεί να οδηγήσει την Ινδία στο φασισμό, όμως αυτή η συμμαχία είναι ένας μεταμφιεσμένος φασισμός. Από το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στη χώρα θα εξαρτηθεί κατά πόσο τελικά ο φασισμός θα απαλλαγεί από τη μεταμφίεση του και θα λειτουργήσει πιο ανοιχτά.

Εάν ένα από τα χαρακτηριστικά του ινδικού φασισμού είναι να διατηρεί ανέπαφη τη δημοκρατική πρόσοψη, αν και αυτό δεν είναι μοναδικό στον ινδικό φασισμό, ένα άλλο από τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η χρήση της θρησκευτικής ταυτότητας για τον ορισμό των «άλλων». Αυτοί οι «άλλοι» είναι θρησκευτικές μειονότητες στην Ινδία. Σε άλλες χώρες η φυλή, η εθνικότητα και άλλες παρόμοιες ταυτότητες χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των «Άλλων». Στην Ινδία, η θρησκεία χρησιμοποιείται ως βάση του φονταμενταλισμού.

Ο φασισμός πρέπει να ηττηθεί. Μόνο οι αριστεροί είναι ικανοί να προωθήσουν την αναβίωση της πραγματικής δημοκρατίας και των πολιτικών οικονομικής ανακούφισης προς όφελος των εργαζόμενων μαζών, που είναι ο μόνος τρόπος να νικηθεί ο φασισμός και να ξεπεραστεί ο νεοφιλελευθερισμός. Οι αριστεροί επομένως πρέπει να οικοδομήσουν ένα ευρύ λαϊκό κίνημα – μια πλατφόρμα συνεργασίας όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων. Ήταν η αριστερά, που νίκησε το φασισμό τον προηγούμενο αιώνα, άρα πρέπει να φέρει εις πέρας αυτό το ιστορικό καθήκον και αυτή τη φορά.

 


1 Συνέντευξη στην εφημερίδα της Βεγγάζης «Ganashakti» για την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας και των πολιτικών εξελίξεων της Ινδίας, με την ευκαιρία της 75ης επετείου της ανεξαρτησίας της χώρας από τη βρετανική αποικιακή κυριαρχία

PREV

Το καθεστώς που κυβερνά το Ιράν δεν είναι αντιιμπεριαλιστικό¹

NEXT

Ορισμένα διδάγματα από την εφαρμογή της πρώτης σοσιαλιστικής οικονομίας για το Σχεδιασμό του 21ου αιώνα¹