Home  |  Νεος Δημοκράτης   |  Η πολυθεματικότητα και διαχρονική επικαιρότητα του έργου του Παύλου Λιασίδη

Η πολυθεματικότητα και διαχρονική επικαιρότητα του έργου του Παύλου Λιασίδη

του Θωμά Συμεού

Η συμπλήρωση φέτος εκατό είκοσι χρόνων από τη γέννηση του Παύλου Λιασίδη (1901-1985)  νομίζω πως αποτελεί μια ευκαιρία να κάνω πρωταρχικά και προτού περάσω στο καθαυτό θέμα της επετειακής παρέμβασής μου, όπως αυτό διατυπώνεται στον τίτλο της, μια συνοπτική αναφορά σε ό,τι σημαντικό έγινε τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του δημιουργού για την ανάδειξη της προσωπικότητας και του έργου του και συνακόλουθα τη συντήρηση της μνήμης του.

Προς αυτή την κατεύθυνση, λοιπόν, πιστεύω πως τα χρόνια που πέρασαν από το θάνατό του σημαδεύτηκαν από σημαντικά γεγονότα με σπουδαιότερο ίσως την έκδοση, τη διετία 1997-1998 από το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, των ποιητικών απάντων του Παύλου Λιασίδη με επιμέλεια του Κ. Γ. Γιαγκουλλή. Προηγήθηκε η έκδοση από άλλους φορείς σε επιμέρους συλλογές κάποιων άλλων αδημοσίευτων εν ζωή ποιημάτων του. Η έκδοση των απάντων, παρά τις επιμέρους αβλεψίες ή/και προφανή λάθη της, που έχω καταρχήν καταγράψει στο κείμενό μου «Λάθη, αβλεψίες, παραλείψεις και επαναλήψεις στα ποιητικά Άπαντα του Παύλου Λιασίδη» (Νέα Εποχή, τχ. 335/Χειμώνας 2018, σσ. 39-48) και τα οποία ούτως ή άλλως μπορούν σχετικά εύκολα να εντοπιστούν και να διορθωθούν σε μια επανέκδοσή τους, έδωσε για πρώτη φορά την ευκαιρία στο πλατύ αναγνωστικό κοινό αλλά και στους μελετητές του έργου του ποιητή να έρθουν σε επαφή με το συνολικό αποτέλεσμα του ποιητικού του μόχθου και να τον αποτιμήσουν στην εξέλιξή του, για να αντιληφθούν καλύτερα το μέγεθος του δημιουργικού του κατορθώματος. Έτσι, ως αποτέλεσμα σοβαρής μελέτης του συνολικού έργου του ποιητή, εκδόθηκαν κατά καιρούς στα χρόνια αυτά κάποιες αυτοτελείς μονογραφίες και δημοσιεύτηκαν άλλα – περισσότερο ή λιγότερο εκτενή – κείμενα, που αναφέρονται σε διάφορες πτυχές της δημιουργίας του.

Ανάλογη στάθηκε και η συμπεριφορά απέναντι στη θεατρική κληρονομιά του με δυο από τα έργα του, τον «Αλαβροστοισειώτη» και τον «Μονογιό» να εκδίδονται με επιμέλεια του Γιάννη Κατσούρη σε βιβλίο από τον ΘΟΚ, ενώ, μαζί με το προγενέστερο θεατρικό του «Η αγάπη νικητής», ανέβηκαν και στη σκηνή από επαγγελματικά και ερασιτεχνικά σχήματα.

Από την άλλη, η μνήμη του Παύλου Λιασίδη τιμήθηκε στα χρόνια που μεσολάβησαν από τον θάνατό του και μέσα από μια σειρά άλλες ενέργειες, όπως η φιλοτέχνηση και το στήσιμο με πρωτοβουλία του ΣΥ.ΚΑ.ΛΥ. κ.ά. ανδριάντα και προτομής του, η ονομασία δρόμων σε διάφορους δήμους προς τιμή του, η δημιουργία του Πολιτιστικού Κέντρου «Παύλος Λιασίδης» του Δήμου Λύσης, η έκδοση και κυκλοφορία οπτικο-ακουστικού υλικού για την προσωπικότητα και το έργο του, η κυκλοφορία γραμματοσήμου με τη μορφή του, καθώς και άλλες ενέργειες που τώρα μου διαφεύγουν. Κοντά σ’ αυτά, πρέπει να προσθέσουμε και τις διάφορες εκδηλώσεις, που έγιναν αυτά τα χρόνια της απουσίας του προς τιμή του και που συνολικά δεν είναι λίγες.

Κλείνοντας, λοιπόν, αυτό το κεφάλαιο και περνώντας στο επόμενο, της καθαυτό επετειακής μου παρέμβασης, θα ‘θελα να τονίσω πως όλα αυτά που ανέφερα μαζί και το καθένα τους ξεχωριστά, αποτελούν σίγουρα το καλύτερο διαρκές μνημόσυνο στον Παύλο Λιασίδη και μια στέρεη βάση περαιτέρω προβολής, διάδοσης και προπαντός μελέτης του έργου του.

Επιμένω ιδιαίτερα στο τελευταίο, τη μελέτη του έργου του, γιατί, ως μελετητής του ο ίδιος, είχα ανέκαθεν την άποψη ότι το έργο του Παύλου Λιασίδη αποτελεί ένα ανεξάντλητο πεδίο για την έρευνα και συνακόλουθα μια διαρκή πρόκληση για τον μελετητή του.

Επί του προκειμένου, θα ήθελα να επισημάνω ότι, δυστυχώς, ενόσω ο ποιητής βρισκόταν ακόμα στη ζωή, το έργο του δεν αποτιμήθηκε όσο του άξιζε, επειδή, κατά τη γνώμη μου, η σημασία του εν πολλοίς είτε δεν κατανοήθηκε στις πραγματικές της διαστάσεις είτε υποτιμήθηκε από τους συγκαιρινούς του.

Για παράδειγμα, για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ο φιλόλογος Κυριάκος Καραμάνος, που προλογίζει την πρώτη ποιητική συλλογή του (Τα τραγούδια του νησιού μου, 1928), ούτε λίγο ούτε πολύ, κατατάσσει τον δημιουργό της στους ποιητάρηδες, παρόλο που η βραχυχρόνια, καταναγκαστική εμπειρία του ως ποιητάρης έληξε άδοξα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 με την παταγώδη αποτυχία που σημείωσαν οι δυο (πρώτες και τελευταίες) ποιητάρικές του φυλλάδες, «Ο φόνος της Αθηαίνου» και το «Ποίημα ερωτικόν» και οι δυο εκδομένες το 1921.

Σε μια ομιλία μου, που πρωτοεκφωνήθηκε το 2001 σε εκδήλωση για τα εκατοντάχρονα από τη γέννηση του ποιητή, παρέθεσα αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους ο Παύλος Λιασίδης δεν θα μπορούσε να προκόψει σαν ποιητάρης, τους οποίους λόγους θα μακρηγορούσα πολύ αν τους επαναλάμβανα εδώ. Εξάλλου, έκτοτε η ομιλία εκείνη επανεκφωνήθηκε και δημοσιεύτηκε επανειλημμένα, έτσι που όσοι δεν την άκουσαν μπορούν να την διαβάσουν (βλ. «Παύλος Λιασίδης του 20ού και του μέλλοντος αιώνος», Νέα Εποχή, τχ. 268-269, 2001).

Εδώ περιορίζομαι  απλώς να σημειώσω ότι τα ποιήματα της πρώτης συλλογής του Λιασίδη, όχι μόνο κινούνται μακριά από τη λογική των ποιητάρικων στιχουργημάτων, αλλά και φανερώνουν εξαρχής έναν “πρωτότυπο και προσωπικό τεχνίτη […] με την ατομικότητά του άρτια ολοκληρωμένη, και με κατεύθυνση πνευματική πιο πέρ’ από τη στενή παράδοση”, όπως θα επισημάνει ο Κώστας Προυσής σε νοερή αντιπαράθεση με τον Καραμάνο, προλογίζοντας τη δεύτερη συλλογή του Λιασίδη (Τα φκιόρα της καρκιάς μου, 1933). Ωστόσο, ούτε και ο Προυσής, απ’ ό,τι γνωρίζω,  δεν ανέπτυξε περαιτέρω αυτή την πολύ ορθή επισήμανσή του στο προσφορότερο για κάτι τέτοιο παράδειγμα των μετέπειτα έξι συνολικά συλλογών του Παύλου Λιασίδη (κατά σειρά: H παραλλαή του τζαιρού, 1937, Xάραμαν φου, 1944, Γέννημαν νήλιου, 1946, Mπρόεμαν, 1947, Eντεκάμιση η ώρα, 1950 και Δώδεκα παρά δέκα, 1960) που εκδόθηκαν χωρίς φιλολογικούς προλόγους, με εξαίρεση την τελευταία που προλογίζεται από τον συγχωριανό του ποιητή, φιλόλογο και κριτικό Γιώργο Λυσιώτη.

Στο μόλις μιας σελίδας κείμενό του, ο Γιώργος Λυσιώτης, συγκρίνοντας τον Λιασίδη με τους Μιχαηλίδη και Λιπέρτη, παρατηρεί ότι ο Λιασίδης ξεπέρασε τους δυο προγενέστερούς του ιδιωματικούς ποιητές «στην ευρύτητα των πνευματικών οριζόντων, και στον πλούτο των ιδεών, και στη σύλληψη», χωρίς, ωστόσο, να αναπτύσσει εκτεταμένα αυτή την καθ’ όλα δικαιολογημένη παρατήρησή του. Έτσι, στον καιρό της, έμεινε σχεδόν εντελώς ασχολίαστη η υπό διαμόρφωση σ’ αυτές ακριβώς τις έξι συλλογές με τους προοδευτικά αναπτυσσόμενους τίτλους ιδιόμορφη κοσμοθεωρία του ποιητή, η οποία σε τελική ανάλυση είναι αυτή που εν πολλοίς τον καταξιώνει σε πρωτότυπο και προσωπικό τεχνίτη του ποιητικού λόγου, όπως προσπάθησα αναλυτικά να καταδείξω στο βιβλίο μου Όψεις της κοσμοθεωρίας του Παύλου Λιασίδη (Έκδοση Πολιτιστικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ, Λευκωσία 2015).

Αλλά και στον πρόλογο της συλλογής Να πεθάνει ο χάρος (1966), στην οποία ουσιαστικά ολοκληρώνεται η λιασιδική κοσμοθεωρία, ο ίδιος ο Γιώργος Λυσιώτης, που τον υπογράφει, αναλώνεται περισσότερο στην αντιμετώπιση του Λιασίδη ως ειδυλλιακού ποιητή παρά ως κοινωνικού οραματιστή, κάτι που εξαρχής δηλώνεται και στον τίτλο αυτού του προλόγου («Παύλος Λιασίδης. Ένας ειδυλλιακός ποιητής της Κύπρου»).

Ο Παύλος Λιασίδης έγραψε, βέβαια, ποιήματα ποικίλης θεματικής, ανάμεσά τους και απαράμιλλης εκφραστικότητας ειδυλλιακού και βουκολικού περιεχομένου ποιήματα, στα οποία άλλοτε υμνούνται (επινοημένοι, υποθέτω, στον βαθμό που αφορούν τον ίδιο τον ποιητή) έρωτες και άλλοτε ξεδιπλώνονται σ’ όλη τους τη ζωντάνια απαράμιλλης ομορφιάς εικόνες από την κυπριακή φύση και ρεαλιστικές σκηνές από τη ζωή των κατοίκων της κυπριακής υπαίθρου. Όμως το ειδυλλιακό-βουκολικό στοιχείο δεν είναι αυτό που πρωτίστως χαρακτηρίζει την ποίησή του. Γιατί, αν ο Λιασίδης έμενε προσκολλημένος σ’ αυτό, σήμερα ίσως θα τον συστοιχίζαμε με τον Λιπέρτη, αλλά σίγουρα δεν θα ήταν ο πολυθεματικός και προπαντός ο κατεξοχήν κοινωνικός ποιητής που γνωρίζουμε. Ο Λιασίδης, λοιπόν, παράκαμψε το παράδειγμα του Λιπέρτη ως του προεξάρχοντος ειδυλλιακού-βουκολικού ποιητή της Κύπρου από πολύ νωρίς, διεκδικώντας ήδη από το ξεκίνημά του τον χαρακτηρισμό του κοινωνικού ποιητή, δηλαδή του εκφραστή και εν πολλοίς μέσω της ποίησής του διαμορφωτή των μεγάλων οραμάτων για έναν κόσμο κοινωνικής δικαιοσύνης.

Όμως, προτού περάσω στην ανάλυση της ιδιομορφίας του Παύλου Λιασίδη ως κοινωνικού στοχαστή, να μου επιτραπεί να αναφερθώ στην πολυθεματικότητα της ποίησής του και να πω πως θα ‘ταν δύσκολο να αποδεχθεί κάποιος τη θεματική της οριοθέτηση με τον τρόπο που αυτό έγινε σε μερικές από τις επιμέρους συλλογές του και μεταφέρθηκε στα άπαντά του, δηλαδή χωρίζοντας τα ποιήματά του σε θεματικές ομάδες, όπως ερωτικά, γεωργικά, εργατικά, πατριωτικά, κοινωνικά, σατιρικά κ.λπ. Ένας τέτοιος συμβατικός διαχωρισμός μάλλον αδικεί τη συνολική λιασιδική δημιουργία, αφού ποιήματα μιας συγκεκριμένης θεματικής ενότητας, μπορούν να διεκδικούνται και από άλλες.

Παραθέτω, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πριν το σχολιάσω, το ποίημα «Η βρύση»:

Έλαμνα μες στης πορπισιάς την πατταλόστραταν,

καβάλλαν πα’ στην μούλαν μου τσαττάλιν

τζι εσσιάστηκα σε μιαν ποταμοδκιάβασην

μιαν βρύσην πο’ ’τρεσεν νερόν κρυστάλλιν.

 

Eπήα, πόζεξα, ετάισα τζι επότισα,

έππεσα τζι έπνασα στο σσιος του πλατανιού της

τζαι πκιον να φύω εν εμπόρα ’πού τα μ’ άρεσεν

ο τόπος της τζι η γλύκα του νερού της!

Έχτισα σπίτιν δίπλα της τζι εκόνεψα

τζι άρτζεψα σπόρον, φύτεμαν δεντρούδκια!

να πλάσω την παράδεισον ’πού ζώντα μου,

να την γεμώσω μέσα μ’ αντζελούδκια!

Το ποίημα αυτό, στη συλλογή Xάραμαν φου (1944) όπου περιλαμβάνεται, συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ερωτικά ποιήματα. Και, πράγματι, ο αναγνώστης, μέσα από μια μεταφορική ανάγνωσή του, μπορεί να το κατατάξει σ’ αυτή τη θεματική ενότητα. Τί γίνεται, όμως, αν, αντί της μεταφορικής, κάνει μια κυριολεκτική ανάγνωση; Τότε, άνετα νομίζω, μπορεί να το συμπεριλάβει στα φυσιολατρικά ποιήματα του Λιασίδη.

 

Το πάρκο Παύλου Λιασίδη στη Λάρνακα

Και οι διαφορετικές αναγνώσεις δεν σταματούν, βέβαια, εδώ. Έτσι, μια συμβολιστική ανάγνωση μπορεί να εντάξει το ίδιο αυτό ποίημα σε μια ιδιαίτερη κατηγορία ποιημάτων του Λιασίδη, που θα μπορούσε κάποιος να τα ονομάσει «ποιήματα ποιητικής» και στα οποία ευθέως ή εμμέσως ο ποιητής διαλέγεται με την ίδια του την τέχνη, δηλαδή την ποίηση. Σ’ αυτή την περίπτωση η μούλα του ποιήματος εξισώνεται με τον ποιητικό του Πήγασο ή τον «άππαρον της σκέψης» του, όπως χαρακτηριστικά και πολύ παραστατικά τον αποκαλεί σε ένα άλλο του «ποίημα ποιητικής», ενώ με το ίδιο σκεπτικό η βρύση ταυτίζεται με την Κασταλία, θα λέγαμε, πηγή του ποιητικού του λόγου.

Τέλος, το ίδιο αυτό ποίημα μπορεί να το διαβάσει κάποιος αλληγορικά και σε συνανάγνωση με τα κοινωνι(στι)κού περιεχομένου ποιήματα του Λιασίδη, οπότε της «πορπισιάς η πατταλόστρατα» ταυτίζεται με την άδικη κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία έζησε ο ποιητής, ενώ την «παράδεισο» στον προτελευταίο στίχο του ποιήματος σίγουρα μπορεί να την ταυτίσει κάποιος με τον «οραματέτινο», όπως τον αποκαλεί σε άλλα του ποιήματα, παράδεισο της κοινωνικής δικαιοσύνης, στην αναζήτηση και έλευση του οποίου ήταν εξαρχής και καθ’ όλη τη διάρκεια της ποιητικής του πορείας αφοσιωμένος με το να δηλώνει, για παράδειγμα, σ’ ένα του ποίημα:

Eν εγεννήθηκα για σέναν κόσμε ψεύτη

τζι ούλον τζαι πάσκεις τζει που πας να σου κλουθήσω,

έν’ άλλη στράτα μου στην γην πο’ ’ννά λαμνίσω

μες στην παράδεισον η σόρτα μου ξιππέφτει.

Το ουσιαστικό, λοιπόν, που προκύπτει μέσα από τις πολυθεματικές αναγνώσεις του ποιήματος «Η βρύση» που συνοπτικά παρουσίασα είναι ότι ο Παύλος Λιασίδης δεν είναι ένας συνηθισμένος λαϊκός ποιητής, όπως επικράτησε να τον χαρακτηρίζουμε όλα αυτά τα χρόνια, ως επί το πλείστο άκριτα εξισώνοντας τη λαϊκότητα με την απλοϊκότητα ή/και τη γραφικότητα, την οποία φρόντισαν, μάλιστα, οι συγκαιρινοί του να την ενισχύσουν, «στολίζοντάς» την με διάφορα ανεκδοτολογικά επεισόδια από τη ζωή του. Αντίθετα, ο Παύλος Λιασίδης είναι μια πολυσύνθετη ποιητική φυσιογνωμία με απόλυτα συγκροτημένη και εντελώς προσωπική κοσμοαντίληψη, που συχνά σε εκπλήττει με την πρωτοτυπία, το βάθος και προπαντός τη διαχρονική της επικαιρότητα.

Η διαχρονική επικαιρότητα του έργου του αποτελεί τον πυρήνα της επετειακής μου παρέμβασης, και θα περάσω σ’ αυτόν παραθέτοντας, ως πρώτο χαρακτηριστικό παράδειγμα, ένα τετράστιχο ποίημα που γράφτηκε το 1934, τιτλοφορείται «Εννά ‘ρτει το νεπέττιν σου» και αναφέρει:

Γη που νιώννεις τα κορμιά τζαι στρέφεσαι τζαι τρως τα

παίρνεις τζαι φέρνεις τες ψυσές πάντα ματσ’ είσαι πόστα

εννά ’ρτει το νεπέττιν σου τζι εσέν, όσον αρκίσει

ο νήλιος που σου δκιά ζωήν, πάλε ’ννα σε ρουφήσει.

Το ποίημα αυτό, λοιπόν, αποτελεί ένα από τα πρώτα δείγματα της συμπαντικής σκέψης του Παύλου Λιασίδη, πριν ακόμα αυτή ανακαλύψει και υιοθετήσει την έννοια της Επιστήμης ως το γνωσιολογικό υποκατάστατο του θεού στη λιασιδική κοσμοθεωρία. Κι όμως μέσα σ’ αυτούς τους πρώιμους στίχους, αντηχούν για τον σημερινό, υποψιασμένο και επαρκή, αναγνώστη  μεταγενέστερες επιστημονικές θεωρίες, όπως αυτή για τις «μαύρες τρύπες», τις αποκαλούμενες και «ρουφήχτρες» του σύμπαντος.

Αυτή η εκπληκτική ικανότητα της λιασιδικής σκέψης να προδιαγράφει, για να μην πω να προφητεύει, μελλούμενες επιστημονικές ανακαλύψεις είναι εμφανής και σε άλλα μεταγενέστερα ποιήματά του. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, το πασίγνωστο ποίημά του «Οι αστροναύτες», όπου, μεταξύ άλλων, κάνει και την τολμηρή πρόβλεψη:

Έντζε ‘ν΄ανάγκη να βουννούσιν πάνω πύραυλον

ώς έξι μήνες για να φτάσει πα’ στον Άρην.

Εννά ‘ρτει ώρα που ο νους έννα πετάσσεται

γοιον την στραπήν να φέρνει το χαπάριν.

και συστοιχίστε τα σημαινόμενά του με τη θεωρία της σχετικότητας ή με τις κατακτήσεις της επιστήμης της πληροφορικής, με πράγματα, δηλαδή, για τα οποία ο Λιασίδης μάλλον δεν άκουσε ποτέ να γίνεται λόγος, απλά είτε γιατί με την περιορισμένη του μόρφωση – φοίτησε μόνο μέχρι την πέμπτη τάξη του δημοτικού σχολείου – δεν μπορούσε να τα έχει υπόψη του είτε γιατί αυτά αποτελούσαν μεταγενέστερες του χρόνου γραφής αυτού του ποιήματος επιστημονικές ανακαλύψεις.

Ή πάρτε σαν παράδειγμα ένα άλλο του ποίημα, όπου ευαγγελιζόμενος έναν κόσμο κοινωνικής δικαιοσύνης, γράφει ανάμεσα σ’ άλλα πως σ’ αυτόν ακριβώς τον «κόσμο που προφήτεψε με βασιλιάν το δίτζιον»

Φτώσια τζι αρρώσκια, βάσανον, έντζεν να ζούν που βλάφτουν,

εννά ’σει μαχαζιά πολλά, κάθε καντούνιν τζι έναν,

να ’ν’ ούλον επιστήμονες μέσα να τα δουλεύκουν.

Έκοψες ’πού μηχάνημαν το πόιν σου, να πούμεν,

να μπεις μες σ’ έναν μαχαζίν τζαι να σου βάλλουν άλλον.

Tο ίδιον τζι εις τα νεβρά, τζι εις τες καρκιές, στ’ αμμάδκια,

όπως γινήσκεται συγνά με τ’ αυτοκίνητά μας,

ό,τι χαλάσει πάνω τους, ’γοράζεις τους τζινούρκον.

και θα δείτε σ’ αυτούς τους στίχους που μόλις προβάλαμε να παρελαύνουν σε χρόνο ανύποπτο όλες οι εντελώς πρόσφατες κατακτήσεις της ιατρικής στον τομέα της μεταμόσχευσης ανθρώπινων οργάνων, ο οποίος τομέας την εποχή που γράφονταν αυτοί οι στίχοι βρισκόταν σε εμβρυακό ακόμα στάδιο ανάπτυξης.

Χωρίς αυτό το εκ των υστέρων νοηματικό τους βάρος τα δυο αυτά ποιήματα ίσως να εκλαμβάνονταν από τους αναγνώστες του Παύλου Λιασίδη ως σατιρικά με τα αιχμηρά βέλη της σάτιράς του να στρέφονται κατά των «πισωκούντηων (δηλαδή, των οπισθοδρομικών) αδρώπων του τζαιρού του». Και πιθανώς τα πράγματα να ήταν έτσι, να επρόκειτο μόνο για αθώα σατιρικά ποιήματα, αν ο ποιητής δεν επιχειρούσε σ’ αυτά και σε μια σειρά από άλλα του ποιήματα  τη σύζευξη της έννοιας της Επιστήμης με την ιδέα της ανθρώπινης αθανασίας, δηλαδή του κατά Παύλο Λιασίδη γνωσιολογικού υποκατάστατου του θεού, που είναι η Επιστήμη, με το οντολογικό ή καθαυτό υπαρξιακό του υποκατάστατο, την αθανασία του ανθρώπου.

Αυτή η πραγματικά μεγαλοφυής ιδέα αποτελεί τον πυρήνα της λιασιδικής κοσμοαντίληψης και οδηγεί τον ποιητή στη διατύπωση του κυριολεκτικής σημασίας κοσμοθεωρητικού του αιτήματος Να πεθάνει ο χάρος, ως τίτλου στην ομώνυμη συλλογή του 1966, στην οποία τα προαναφερθέντα ποιήματα περιλαμβάνονται.

Η ποιητική διαδρομή του Λιασίδη προς την ιδέα της ανθρώπινης αθανασίας υπήρξε μακρά και είναι ταυτόσημη με την έλευση του Μεσημεριού, ως του καθαυτό στοχοπροσηλωτικού του συμβόλου σε έναν κόσμο κοινωνικής δικαιοσύνης. Θυμηθείτε επί του προκειμένου τους διαδοχικούς τίτλους των ποιητικών του συλλογών από το 1944 μέχρι και το 1960 (Χάραμαν φου, Γέννημαν νήλιου, Μπρόεμαν, Εντεκάμιση η ώρα, Δώδεκα παρά δέκα) που προσδιορίζουν την πορεία του, τη δική του και του κόσμου, προς το πανανθρώπινο Μεσημέρι της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Σ’ αυτή τη μακρά πορεία ο Λιασίδης συνομίλησε με στοχαστές που τ’ όνομά τους ίσως και να μην το άκουσε ποτέ και πόσω μάλλον δεν ήρθε ποτέ σε επαφή με το έργο τους. Για παράδειγμα, από το 1933 ήδη, θα ΄λεγε κάποιος πως βρίσκεται χωρίς να το γνωρίζει σε νοερό διάλογο με τον Μαρξ, όταν γράφει:

Έν’ το κορμί μας μηχανή, το δρώμαν μας πεζίνα,

τα σιέρκα μας ξεκίνημαν, τζι ο επιστάτης πείνα.

Aφεντικόν, ο άρκοντας, κάθεται τζαι θωρεί μας,

παίρνει γρουσάφιν πόλικον που τρέσει η μηχανή μας.

διατυπώνοντας ουσιαστικά στους τέσσερις αυτούς στίχους τον «νόμο της υπεραξίας» του γερμανού φιλόσοφου, κάτι που επαναλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο και σε μεταγενέστερα ποιήματα, όπως, για παράδειγμα, στα ανατρεπτικά «Έναν κουλίν κρατεί», «Ξυπνάτε» και σε πολλά άλλα συναφούς με αυτά κοινωνικού περιεχομένου.

Αλλά στην ίδια αυτή πορεία του προς το Μεσημέρι, ο Λιασίδης βρίσκεται σε νοερή συναναστροφή, αν και αφορμώμενη από εντελώς διαφορετικές και αντικρουόμενες κοσμοθεωρητικές αφετηρίες και στοχεύσεις αυτή τη φορά, με τον Νίτσε, ο οποίος στο έργο του Τάδε έφη Ζαρατούστρα επικαλείται το δικό του Μεγάλο Μεσημέρι, ως στοχοπροσηλωτικό σύμβολο έλευσης του δικού του ιδανικού, δηλαδή του Υπερανθρώπου. Σε αντίθεση, λοιπόν, με το νιτσεϊκό Μεγάλο Μεσημέρι, το λιασιδικό Μεσημέρι έχει ως υποκείμενο αναφοράς του τον αγωνιζόμενο για έναν κόσμο κοινωνικής δικαιοσύνης άνθρωπο.

Όσο για τη λιασιδική έννοια της Επιστήμης, αυτή βρίσκω ότι συγκλίνει ως προς τις κοινωνικές της στοχεύσεις με τη σκέψη  του μπρεχτικού Γαλιλαίου, όταν αυτός προς το τέλος της ζωής του εκφράζει την πεποίθηση πως «μοναδικός σκοπός της επιστήμης είναι να απαλύνει τον μόχθο της ανθρώπινης ύπαρξης». Έτσι, όπως και με τους προηγούμενους στοχαστές, ο Παύλος Λιασίδης συναντάται μέσω της Επιστήμης με έναν ακόμα άγνωστό του, τον, επίσης γερμανό, δραματουργό Μπέρτολτ Μπρεχτ και το έργο του Ο βίος του Γαλιλαίου.

Και τι να πω για τους ατέλειωτους διαλόγους του με τους βιβλικούς προφήτες και τους ευαγγελιστές, που, εν αντιθέσει με τους προηγούμενους στοχαστές που ανάφερα, τους γνώριζε πολύ καλά, τόσο καλά ούτως ώστε στη διαδικασία χτισίματος της δικής του κοσμοαντίληψης, της δικής του αλήθειας, να έχει την τόλμη και την ευφυία συνάμα να εναντιώνεται στις θρησκευτικά αποδεκτές στα πλαίσια της κρατούσας ιδεολογίας ερμηνείες τους και να τις αποδομεί στα ποιήματά του, ξέροντας πολύ καλά, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος σ’ ένα απ’ αυτά, να ξεχωρίζει το αληθινό από το ψεύτικο:

Μες στην κοτσινοθάλασσαν της άχαρης αλήθκειας

έσει γυρόν της η ψευκιά ππεσβάντηες τζαι γλέπουν,

μέμπα τζαι μπει τζειμέσα τζει κανένας τζαι ψαρέψει

μαρκαριτάρτα τζαι σαστεί τζαι πνάσει ‘πού την φτώσειαν.

‘Μμα ‘γιώ γελώ τους πάντα μου, χωρίς να με νοιαστούσιν,

πέμπω τον νουν μου σκοτεινά μεσάνυχτα που ππέφτουν

τζαι πιριντζής στο μπλέξιμον βουττά μες στο τυπίν της

γεμώννει την βαρκούαν του γρουσαφικά τζαι φεύκει.

Εν κατακλείδι, τίθεται για ακόμα μια φορά το ερώτημα: Αντιλήφθηκαν οι συγκαιρινοί του Παύλου Λιασίδη το κοσμοθεωρητικά απροσμέτρητο βάθος της ποίησής του; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι πως μάλλον όχι. Ακόμα και πνευματικοί ταγοί, που δυνητικά ήταν σε θέση να αναμετρηθούν μαζί του, είτε το παράκαμψαν είτε, ακόμα χειρότερα, με μια αφοριστική μονοκοντυλιά το διέγραψαν, όπως, π.χ., έκανε ο Ανδρέας Χριστοφίδης στον πρόλογο της Ανθολογίας Κυπριακής Ποίησης που εξέδωσε μαζί με τον Κώστα Μόντη, όπου εντελώς άκριτα διατείνεται πως ο Παύλος Λιασίδης «έπαψε να δίνει αξιόλογους στίχους αφ’ ότου στρατεύτηκε ιδεολογικά».

Και τι να πει κανείς για τα αριστουργηματικά θεατρικά του έργα – μερικά απ’ αυτά εφάμιλλα ως προς τη σύλληψη και το περιεχόμενό τους με το αρχαίο δράμα – που για χρόνια χαρακτηρίζονταν ως «κυπριώτικα σκετς»;

 

Ο Παύλος Λιασίδης, βρακοφόρος σε αναμνηστική φωτογραφία από την εκδήλωση υποδοχής του Οδυσσέα Ελύτη στη Λάρνακα το 1980

Εντούτοις, και παρά το γεγονός ότι, μέχρι ακόμα και σήμερα, η δημιουργία του Παύλου Λιασίδη δεν έγινε κατανοητή σε όλη την έκταση των νοηματικών της συμφραζομένων, ποτέ δεν έπαψε να συγκινεί το μεγάλο λαϊκό αναγνωστικό κοινό προς το οποίο ανέκαθεν απευθυνόταν και εξέφραζε. Και η πάνδημη αυτή αναγνώριση του έργου του είναι ίσως η πιο τρανή απόδειξη της διαχρονικής του επικαιρότητας.

Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, παραφράζοντας τους γνωστούς στίχους του Ελύτη από το Άξιον εστί, κλείνω την επετειακή μου παρέμβαση στα εκατό είκοσι χρόνια από τη γέννηση του Παύλου Λιασίδη με την προτροπή:

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, […]

όπου και να θολώνει ο νους σας

μνημονεύετε Παύλο Λιασίδη.

Δεν θα το μετανιώσετε, γιατί πιστέψτε με: Η αειθαλής αισιοδοξία του έργου του, ακόμα και στις πιο καταθλιπτικές στιγμές της ζωής του, είναι ιδιαίτερα τονωτική σε περιόδους ποικιλώνυμων κρίσεων όπως η σημερινή.

PREV

Το Σύνταγμα του 1960 και οι βελτιώσεις που προκύπτουν μέσα από τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ομοσπονδία

NEXT

 Η Φιλική Εταιρεία και το Κίνημα των Δεκεμβριστών: μια γενική προσέγγιση