Home  |  Νεος Δημοκράτης   |  Πρόσφατες εξελίξεις στους μισθούς, τα κέρδη και την αγορά εργασίας στην Κύπρο

Πρόσφατες εξελίξεις στους μισθούς, τα κέρδη και την αγορά εργασίας στην Κύπρο

του Ηλίας ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ, Οικονομολόγος, Επιστημονικός Σύμβουλος του ΙΝΕΚ – ΠΕΟ

 

Βασικά συμπεράσματα της Έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας Κύπρου (ΙΝΕΚ) – ΠΕΟ για την οικονομία και την απασχόληση στην Κύπρο για τα έτη 2020 – 2021, που κυκλοφόρησε στη Λευκωσία στις αρχές του 2022.

 

 

Το κείμενο αυτό βασίζεται στην έκθεση του ΙΝΕΚ ΠΕΟ για την οικονομία και την απασχόληση για τα έτη 2020-2021 και αναφέρεται στα ζητήματα των μισθών, των κερδών και της διανομής του προϊόντος κατά τα τελευταία δέκα έτη, και ιδιαίτερα κατά τα δύο τελευταία έτη.

Η γενικότερη κατάσταση της οικονομίας προϊδεάζει ότι θα υπάρξει γενική επιδείνωση κατά το επόμενο έτος ή και για τα μεθεπόμενα έτη διότι, εκτός από τον πληθωρισμό, το δημόσιο χρέος των περισσοτέρων χωρών είναι εξαιρετικά αυξημένο και υπάρχει υπερβολική νομισματική ρευστότητα, η οποία έχει διοχετευτεί από τις κεντρικές τράπεζες στην οικονομία. Υπάρχουν τώρα πλέον ενδείξεις ότι οι διεθνείς οργανισμοί και οι κυβερνήσεις θα επιχειρήσουν σύντομα, πιθανότατα κατά το 2023, να περιορίσουν τη ρευστότητα ανεβάζοντας τα επιτόκια, και ταυτοχρόνως να επαναφέρουν τη δημοσιονομική πειθαρχία, που είχε αναιρεθεί εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης. Εάν υλοποιηθεί μια τέτοια πολιτική με αποφασιστικότητα, αυτό θα αποτελέσει το έναυσμα για μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων στην οικονομία, με μείωση ή επιβράδυνση της παραγωγής, άνοδο της ανεργίας και περαιτέρω αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης του κόσμου της εργασίας. Θα πρέπει επομένως να περιμένουμε ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι ταξικές αντιθέσεις θα οξυνθούν και πάλι σε μεγάλο βαθμό.

Εν τω μεταξύ, στην παρούσα συγκυρία, η διεθνής οικονομία βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης μετά από την ύφεση που προκάλεσε η υγειονομική κρίση. Σχεδόν σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, η ανάκαμψη της οικονομίας πραγματοποιείται με υποτίμηση της εργασίας, με μείωση δηλαδή των πραγματικών μισθών σε χαμηλό επίπεδο, που δεν δικαιολογείται από το τρέχον ποσοστό ανεργίας. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας του πληθωρισμού, ο οποίος σχετίζεται άμεσα με την αύξηση της τιμής των πρώτων υλών και ορισμένων άλλων προϊόντων, για τα οποία παρουσιάζονται ελλείψεις, αλλά και με την μετακύλιση αυτών των αυξήσεων στις τιμές παραγωγής των επιχειρήσεων έτσι ώστε να μην θίγονται τα κέρδη τους. Μεταφέρεται έτσι το κόστος από τις ανατιμήσεις των εισαγομένων προϊόντων στους καταναλωτές προκειμένου να παραμείνει άθικτη η κερδοφορία των επιχειρήσεων.

Η άνοδος της κερδοφορίας

Τι ακριβώς συμβαίνει με την κερδοφορία κατά τα τελευταία δέκα έτη φαίνεται σε τέσσερα μεγέθη τα οποία αναφέρονται στην ετήσια έκθεση του ΙΝΕΚ:

  • Καταρχάς το μέσο περιθώριο κέρδους έχει αυξηθεί (Διάγραμμα 1).

 

Διάγραμμα 1. Μέσο περιθώριο κέρδους στον επιχειρηματικό τομέα υπολογισμένο με βάση το κόστος εργασίας ( = αποπληθωριστής ΑΕΠ προς μοναδιαίο κόστος εργασίας μείον μια μονάδα). Τριμηνιαία στοιχεία 2006:1-2021:3, εποχικά διορθωμένα.

  • Ένας άλλος δείκτης που παρακολουθούμε είναι η απόδοση κεφαλαίου, δηλαδή πόσο υψηλά είναι τα κέρδη σε σχέση με το επενδεδυμένο κεφάλαιο. Έχει και αυτός ο δείκτης αυξηθεί (Διάγραμμα 2) όπως έχει αυξηθεί και

Διάγραμμα 2. Δείκτης κερδοφορίας (απόδοση παγίου κεφαλαίου) στον επιχειρηματικό τομέα = Καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα % του καθαρού αποθέματος παγίου κεφαλαίου (2010:1=100). Υπολογισμοί σε σταθερές τιμές με τριμηνιαία στοιχεία της περιόδου 2010:1 έως 2021:3, κινητός μέσος 4 τριμήνων.

  • το σύνολο των εισοδημάτων του κεφαλαίου (κέρδη, τόκοι και πρόσοδοι υπολογισμένα σε ευρώ) (Διάγραμμα 3).

Διάγραμμα 3. Αγοραστική δύναμη εισοδημάτων κεφαλαίου και εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα (προ φόρων, αποσβέσεων και ασφαλιστικών εισφορών εργοδότη 2006:1-2021:3).

 

 

 

 

  • Το εισοδηματικό μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ, δηλαδή το τμήμα εκείνο του προϊόντος που ιδιοποιείται το κεφάλαιο ως εισόδημα, παρουσιάζει αύξηση (Διάγραμμα 4) και εμφανίζεται υψηλότερο σε σύγκριση με τα χρόνια πριν την υγειονομική κρίση.

    Διάγραμμα 4. Εισοδηματικό μερίδιο των κερδών (% του ΑΕΠ σε τιμές αγοράς,  2006:1-2021:3).

Από αυτούς τους δείκτες έχουμε την επιβεβαίωση ότι υπάρχει γενική άνοδος της κερδοφορίας στην Κύπρο. Αναλύοντας περαιτέρω την κερδοφορία διαπιστώνουμε ότι η αύξηση των κερδών πραγματοποιήθηκε επειδή μειώθηκαν οι πραγματικοί μισθοί και επειδή η οικονομία οδηγήθηκε σε υπερθέρμανση, δηλαδή σε τόσο υψηλά επίπεδα παραγωγής, που προκύπτουν μεγάλα ελλείμματα στις ανταλλαγές της χώρας με το εξωτερικό[1]). Πρόκειται δηλαδή για αύξηση των κερδών, που αφενός καθιστά φτωχότερους του μισθωτούς που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα και αφετέρου υπονομεύει τις ισορροπίες της οικονομίες, των οποίων η διόρθωση στο μέλλον μπορεί να είναι επώδυνη.

Παρόλα αυτά, η άνοδος της κερδοφορίας δεν είναι αρκετή για τους κάτοχους κεφαλαίου διότι τους διασφαλίζει ότι στο εξής δεν θα υφίστανται ζημίες, αντιθέτως θα έχουν υψηλά κέρδη, πλην όμως αυτό δεν αναπληρώνει τις ζημιές που υπέστησαν στην διάρκεια του 2020, στην διάρκεια του πρώτου κύματος της επιδημίας. Κατέγραψαν τότε μεγάλες απώλειες, τις οποίες είναι προφανές ότι επιθυμούν να ανακτήσουν και αυτό δημιουργεί αντικειμενικές συνθήκες για όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων και των εργαζομένων. Επομένως ανοίγεται μπροστά μας μια περίοδος τέτοια όπου θα πρέπει να περιμένουμε όξυνση των αντιθέσεων εργασίας – κεφαλαίου για δύο λόγους: πρώτον, επειδή οι επιχειρήσεις θέλουν να ανακτήσουν τις ζημιές του 2020, και δεύτερον, επειδή η μακροοικονομική, νομισματική διαχείριση της παγκόσμιας οικονομίας θα δημιουργήσει συνθήκες ύφεσης ή επιβράδυνσης της οικονομίας, αύξησης του ποσοστού ανεργίας και επομένως όξυνσης της αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας σχετικά με τις αμοιβές εργασίας – και αυτό φαίνεται ότι θα συμβεί αρκετά σύντομα, πιθανότατα από το αμέσως επόμενο έτος.

Σε ποιό σημείο θα οδηγήσει η διαδικασία μείωσης του πραγματικού μισθού, που βρίσκεται σε εξέλιξη, εξαρτάται από τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων. Επομένως, είναι εύλογη η εκτίμηση ότι οι συνθήκες στο εξής θα είναι περισσότερο συγκρουσιακές και επομένως πολλά εξαρτώνται από το βαθμό ετοιμότητας των οργανώσεων, των εργαζόμενων τάξεων είτε είναι συνδικαλιστικές, είτε είναι πολιτικές.

Η μείωση των πραγματικών μισθών και του μεριδίου της εργασίας στο προϊόν

Οι μεταβολές του πραγματικού μισθού (Διάγραμμα 5) παρουσιάζουν τα εξής χαρακτηριστικά: Κατά την πρώτη περίοδο, από το 2006 μέχρι το 2012, οι μισθοί παρουσίασαν διακυμάνσεις γύρω από μια σταθερή τιμή. Στη συνέχεια, στη διάρκεια του μνημονιακού προγράμματος, υπήρξε μείωση, η οποία μέχρι το καλοκαίρι του 2014 είχε ολοκληρωθεί και είχε οδηγήσει το μέσο μισθό σε επίπεδο χαμηλότερο κατά 11% σε σχέση με το μέσο επίπεδο της περιόδου 2006 – 2012. Από τη στιγμή που άρχισε η ανάκαμψη της κυπριακής οικονομίας το 2015, άρχισε να ανακάμπτει και ο πραγματικός μισθός. Αυτό συνέβη διότι καθώς αναπτύσσεται η οικονομία, αυξάνεται η ζήτηση για εργασία, μειώνεται επομένως το ποσοστό ανεργίας και βελτιώνεται έτσι η διαπραγματευτική θέση των μισθωτών έναντι των επιχειρήσεων. Επέρχεται έτσι και αύξηση του πραγματικού μισθού. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2019 διότι διακόπηκε από την υγειονομική κρίση. Ο μέσος πραγματικός μισθός αυξήθηκε, επομένως, κατά τα έτη 2015-2019, ωστόσο δεν έφτασε ποτέ στο μέσο επίπεδο του 2006-2012, δεν εξαλείφθηκε δηλαδή πλήρως η αρνητική επίπτωση από το μνημονιακό πρόγραμμα. Έτσι, στο τέλος του 2019 ο μέσος μισθός βρισκόταν σε επίπεδο περίπου 3,5% χαμηλότερο από το μέσο επίπεδο του 2006-2012.

Διάγραμμα 5. Αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού (έτος βάσης 2006=100, στοιχεία εποχικά διορθωμένα.

Στη συνέχεια, υπήρξε μεγάλη μείωση στη διάρκεια του δευτέρου τρίμηνου του 2020 και ακολούθησε ανάκαμψη του μέσου πραγματικού μισθού μαζί με την ανάκαμψη της οικονομίας. Ωστόσο, η επαναφορά του ΑΕΠ πραγματοποιήθηκε πλήρως (η παραγωγή δηλαδή επανήλθε στο επίπεδο του 2019, ενώ αντιθέτως το ίδιο δεν συνέβη με τον πραγματικό μισθό. Επιπροσθέτως, επήλθε και νέα μείωση του μέσου πραγματικού μισθού, εξαιτίας του πληθωρισμού. Μετά από αυτές τις εξελίξεις, η απόσταση μεταξύ του μέσου πραγματικού μισθού σε σχέση με τον μέσο όρο των ετών 2006-2012 δεν είναι 3,5% (όπως ήταν το 2019), άλλα έχει διευρυνθεί σε 6,8%. Αυτές οι εξελίξεις δημιούργησαν μια πτωτική τάση, η οποία εμφανίζεται στο διάγραμμα 5 με την ευθεία Μ – Μ΄, η οποία υποδεικνύει ότι εάν οι εξελίξεις αυτές συνεχιστούν, θα έχουμε μια νέα μεγάλη υποτίμηση της εργασίας, η οποία θα προστεθεί στην προηγουμένη δηλαδή αυτή των ετών 2013-2014.

Η μείωση των πραγματικών μισθών έχει οδηγήσει και σε μείωση του μεριδίου της εργασίας στο προϊόν (που είναι το ποσοστό εκείνο του προϊόντος, που ιδιοποιείται ο κόσμος της εργασίας[2]).

Το μερίδιο της εργασίας (Διάγραμμα 6) εξαρτάται και από την παραγωγικότητα της εργασίας, εκτός από τον μέσο πραγματικό μισθό (εάν τα διαιρέσουμε βρίσκουμε το μερίδιο της εργασίας). Η παραγωγικότητα της εργασίας ελάχιστα μεταβλήθηκε κατά την τελευταία δεκαετία, επομένως ολόκληρη η μείωση του μεριδίου της εργασίας ανάγεται στην μείωση των πραγματικών μισθών.

Διάγραμμα 6. Εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας (% του ΑΕΠ σε τιμές αγοράς).

Η μείωση του εισοδηματικού μεριδίου της εργασίας αντανακλάται σε αύξηση του μεριδίου του κεφαλαίου. Κατά την περίοδο 2006-2012, το μερίδιο του κεφαλαίου κυμαινόταν γύρω από την μέση τιμή 44%. Από το συνολικό προϊόν, δηλαδή, το 44% μοιραζόταν σε κέρδη των επιχειρήσεων, σε τόκους και σε προσόδους. Στην διάρκεια της μεγάλης μεταρρύθμισης του 2013-2014, το εισοδηματικό μερίδιο του κεφαλαίου αυξήθηκε και στη συνέχεια ισορρόπησε έκτοτε μέχρι την έναρξη της υγειονομικής κρίσης στο επίπεδο του 49% του ΑΕΠ. Με το τέλος της πρώτης φάσης της υγειονομικής κρίσης, το μερίδιο του κεφαλαίου αυξάνεται και πάλι. Πρόκειται για άνοδο έντονη, γρήγορη και συνεχιζόμενη. Επομένως έχουμε αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, η οποία προστίθεται στην αναδιανομή, που πραγματοποιήθηκε με το μνημονιακό πρόγραμμα.

Πρόκειται για πολύ μεγάλο ποσό, το οποίο κάθε έτος, όχι μόνο ένα έτος, μεταφέρεται από τον κόσμο της εργασίας στον κόσμο του κεφαλαίου. Στην διάρκεια κάθε έτους μετά το 2014, πόροι ίσοι με 4 μονάδες του ΑΕΠ μεταφέρονται από τους μισθούς στα κέρδη. Με την τρέχουσα υποτίμηση της εργασίας, που βρίσκεται σε εξέλιξη, προστίθενται ακόμα 2 μονάδες, και η διαδικασία της αναδιανομής συνεχίζεται. Ένα από τα χαρακτηριστικά της Κυπριακής οικονομίας τουλάχιστο από το 2000 και μετά, ήταν η σταθερότητα στη διανομή του προϊόντος. Αυτό καταργήθηκε, έσπασε η «συμφωνία» της σταθερότητας στη διανομή του προϊόντος και από το 2015 και μετά το εισόδημα του κεφαλαίου αυξάνεται γρήγορα, αυξήθηκε σε σχέση με το εισόδημα της εργασίας. Το εισόδημα της εργασίας σήμερα είναι μόλις 6% ψηλότερο από ότι το 2006-2012 ενώ το εισόδημα του κεφαλαίου είναι 41% υψηλότερο.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να διευκρινίσουμε ότι το σύνολο των αμοιβών εργασίας δεν αντανακλά το μέσο πραγματικό μισθό, αλλά το γινόμενο του μέσου μισθού επί τον αριθμό των μισθωτών. Επειδή, επομένως, ο πραγματικός μισθός είναι μικρότερος σε σύγκριση με το μισθό του 2012, η αύξηση του συνόλου των αμοιβών εργασίας δεν μπορεί να προέρχεται παρά μόνο από την αύξηση του αριθμού των μισθωτών. Εργάζονται, δηλαδή, σήμερα, περισσότερα άτομα ως μισθωτοί με μικρότερο μέσο μισθό ώστε το σύνολο των μισθών να είναι αυξημένο κατά 6%.  Επομένως έχουμε περίπου το ίδιο εισόδημα για το σύνολο των μισθωτών, πλην όμως, αυτό γινόταν με λιγότερους μισθωτούς και υψηλότερο μέσο μισθό πριν το 2015, ενώ τώρα γίνεται με περισσοτέρους μισθωτούς και χαμηλότερο μέσο μισθό. Για να αποκτήσουν δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις το εισόδημα, που χρειάζονται για να είναι η συντήρηση τους η καθημερινή και η αναπαραγωγή τους ομαλές πρέπει τώρα να εργάζονται περισσότεροι/ες με χαμηλότερους μισθούς.

Στο διάγραμμα 7 απεικονίζεται το μερίδιο εργασίας σε συνάρτηση με το ποσοστό ανεργίας, ώστε να διακρίνεται η επίδραση της ανεργίας από την επίδραση της διαρθρωτικής αλλαγής στο μερίδιο εργασίας.

Διάγραμμα 7. Tο μερίδιο της εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα ως συνάρτηση του ποσοστού ανεργίας (2009:1-2021:3).

Όπως φαίνεται στο σχήμα, το μερίδιο εργασίας μειώθηκε το 2012 ως αποτέλεσμα της αύξησης του ποσοστού ανεργίας. Στη συνέχεια, η διαρθρωτική αλλαγή, που οδήγησε στην απαξίωση της εργασίας, εμφανίστηκε από το 2013:2, ως αποτέλεσμα του προγράμματος προσαρμογής των διεθνών οργανισμών, που επιβλήθηκε στην Κύπρο, και ολοκληρώθηκε στο τέλος του 2015.

Καθώς η οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται εκείνο το έτος και η διαρθρωτική αλλαγή ολοκληρώθηκε, επανεμφανίστηκε μια σταθερή συσχέτιση μεταξύ του μεριδίου της εργασίας και του ποσοστού ανεργίας σε χαμηλότερο επίπεδο (βλ. μετατόπιση από ΑΑ’ σε ΒΒ’ στο διάγραμμα 7).

Μια δεύτερη μετατόπιση στην καμπύλη του μεριδίου εργασίας έναντι του ποσοστού ανεργίας άρχισε αμέσως μετά το πρώτο κύμα της πανδημίας: παρά το γεγονός ότι η οικονομία αναπτύσσεται από τις αρχές του 2021, οδηγώντας σε χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας, το μερίδιο εργασίας μειώνεται και πάλι το 2022 (βλ. κίνηση από το ΒΒ’ στο ΓΓ’, Διάγραμμα 7).

Καθίσταται επομένως ορατή, χάρη στο διάγραμμα 7, η διπλή υποτίμηση της εργασίας, η πρώτη που πραγματοποιήθηκε το 2013-2015 και η δεύτερη που εκκίνησε το πρώτο τρίμηνο του 2021 και βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη.

Η κατάσταση της αγοράς εργασίας 

Το «παραδοσιακό» ποσοστό ανεργίας είναι το μέγεθος, που έχει σημασία για να περιγράψουμε ποιος είναι ο συσχετισμός δύναμης στην αγορά εργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και μισθωτών σε ότι αφορά τη διαπραγμάτευση του μισθού. Δεν περιγράφει όμως άλλες πλευρές της ανεργίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους και πόσο εύκολα ή δύσκολα διαβιούν. Πρόκειται επομένως για δείκτες που σχηματίζουν, μαζί με την ανάλυση των μισθών, την εικόνα για την κατάσταση των εργαζόμενων τάξεων. Για αυτόν το λόγο χρησιμοποιούμε και άλλους δείκτες, πέραν του ποσοστού ανεργίας, τους κυριότερους εκ των οποίων βλέπουμε στο διάγραμμα 8. Οι δείκτες αυτοί είναι η μακροχρόνια ανεργία, η αποθάρρυνση και η υποαπασχόληση (σύμφωνα με τη μεθοδολογία του Bureau of Labor Statistics των ΗΠΑ).

Η αποθάρρυνση είναι ένα φαινόμενο, κατά το οποίο πολλοί άνεργοι δεν εμφανίζονται στην αγορά εργασίας να αναζητήσουν εργασία, επειδή έχουν αποθαρρυνθεί και πιστεύουν ότι δεν θα βρουν δουλειά. H δε υποαπασχόληση είναι το σύντομο όνομα για τη μερική απασχόληση, που είναι ανεπιθύμητη από τους εργαζομένους, οι οποίοι θα ήθελαν να έχουν απασχόληση με πλήρες ωράριο. Βλέπουμε λοιπόν στο διάγραμμα 10 ότι οι βραχυχρόνια άνεργοι ήταν στο τέλος του 2021 περίπου 20 χιλιάδες άτομα, ενώ οι μακροχρονίως άνεργοι ήταν περίπου 15 χιλιάδες άτομα (επομένως σύνολο ανέργων 35 χιλιάδες περίπου). Εάν προσθέσουμε και τις άλλες δύο κατηγορίες, που είναι οι αποθαρρημένοι και οι υποαπασχολούμενοι τότε οι αριθμοί διπλασιάζονται). Παρατηρούμε, δηλαδή, στο διάγραμμα 10 ότι όσος είναι ο αριθμός των ανέργων βραχυχρονίων και μακροχρονίων τόσος περίπου είναι και ο αριθμός των αποθαρρημένων και των υποαπασχολουμένων. Για να το πούμε με ένα σύντομο τρόπο, σε κάθε άνεργο αντιστοιχεί ένα άτομο, το οποίο είναι είτε υποαπασχολούμενος, είτε είναι αποθαρρημένος. Από την πλευρά λοιπόν της συντήρησης και της αναπαραγωγής των νοικοκυριών των εργαζομένων τάξεων η κατάσταση είναι σαφώς δυσμενέστερη από ό,τι περιγράφει το παραδοσιακό ποσοστό ανεργίας. Αυτό είναι απολύτως χρήσιμο για να περιγράφει το συσχετισμό δυνάμεων, που έχουμε με τους εργοδότες, ενώ το διευρυμένο ποσοστό ανεργίας, που περιλαμβάνει και τους αποθαρρημένους και τους υποαπασχολούμενους, τη ζωή, τη συντήρηση και την αναπαραγωγή των εργαζομένων τάξεων.

Τα δυο φαινόμενα, στα οποία θα έπρεπε να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή είναι η υποαπασχόληση και η μακροχρόνια ανεργία, διότι η υποαπασχόληση αυξήθηκε με το μνημονιακό πρόγραμμα και στη συνέχεια μειώθηκε με τη φάση ανάπτυξης της οικονομίας 2015-2019, αλλά στο τέλος του 2019 δεν είχε επιστρέψει στο επίπεδο, που βρισκόταν το 2008-2012. Παίρνοντας δηλαδή τη χρονική στιγμή που ήταν η καλύτερη από όλες για την οικονομία, δηλαδή το τελευταίο τρίμηνο του 2019 και συγκρίνοντας το με την περίοδο 2008-2010 βρίσκομε ότι η υποαπασχόληση το 2019 ήταν σημαντικά υψηλότερη, ήταν στις τάξεις του 6% έναντι 2-3% το 2008. Επομένως η υποαπασχόληση φαίνεται ότι έχει αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και για την μακρόχρονη ανεργία διότι ποτέ δεν επανήρθε στα επίπεδα του 2008-2012.

Διάγραμμα 8. Άνεργοι, αποθαρρημένοι και υποαπασχολούμενοι σε χιλιάδες άτομα (2008:1-2021:2).

[1] Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Κύπρου με το εξωτερικό είναι μακράν το μεγαλύτερο μεταξύ των 27 χωρών της Ε.Ε.

[2] Το μερίδιο της εργασίας είναι το συνολικό εισόδημα των εργαζομένων ως ποσοστό (%) του ΑΕΠ

PREV

Νέος Δημοκράτης Τεύχος 124

NEXT

Ο αγώνας της Κύπρου και η Σοβιετική Ένωση (Ενάντια στην παραχάραξη της ιστορίας)